Κείμενα για την Ιατρική

Τα τρία κείμενα που ακολουθούν, γράφτηκαν σε διάφορες χρονικές φάσεις που καταγράφονται, επειδή ήταν στην επικαιρότητα από διάφορες συγκυρίες, έχουν όμως ιστορικό πολλών ετών.  Δεν περιέχουν μόνο τις απόψεις του γράφοντος αλλά δίνουν τη διαχρονική πορεία προβλημάτων που ενώ είναι σοβαρά δεν λύθηκαν.
 
Όταν γράφτηκαν δημοσιοποιήθηκαν προς τα μέλη ΔΕΠ της Ιατρικής Σχολής της Αθήνας και τους Φοιτητές μέσω του ηλεκτρονικού δικτύου της Σχολής, ενώ το τελευταίο σε εφημερίδα σημαντικής κυκλοφορίας. Πρόσφατα που έγινε η αξιολόγηση της Ιατρικής Σχολής από ακαδημαϊκούς άλλων χωρών -όπως προβλέπει ο νόμος των ΑΕΙ- έγινε σαφές πως και εκείνοι τα είδαν σαν σημαντικά προβλήματα μας.

Αποφάσισα να τα δημοσιοποιήσω πάλι εδώ γιατί θα είναι χρήσιμο βοήθημα για όσους πρόκειται ν’ ασχοληθούν μ’ αυτά. Είναι σίγουρο πως έστω και αργά θ’ ασχοληθούν με αυτά οι φορείς και τα άτομα που έχουν χρέος και που τόσα χρόνια  τα υποβάθμισαν επειδή προσέκρουαν σε συμφέροντα ομάδων και ατόμων παραγνωρίζοντας πως αφορούν κοινωνικά αγαθά.

Αθήνα, Ιούλιος 2014
 
/////////////////////////////////////////////////////////////////////////////////////////////////////////////////////////////////////////// 


ΠΙΝΑΚΑΣ ΚΕΙΜΕΝΩΝ: 


1.  Διαδικασίες εξέλιξης μελών ΔΕΠ Ιατρικής. Περιοδικό Ιατρικής Σχολής ΕΚΠΑ.  
     Τεύχος: Αύγουστος - Οκτώβριος 2008
2. Το εκπαιδευτικό μας πρόγραμμα από τον Ν.1268/82 μέχρι σήμερα. Προς τα μέλη ΔΕΠ και τους Φοιτητές της Ιατρικής Σχολής Αθηνών. Ιανουάριος 2011
3. Λάθη και παραλείψεις που απαιτούν επανεξέταση. Προς τα μέλη ΔΕΠ και τους   φοιτητές της Ιατρικής Σχολής Αθηνών.    Δεκέμβριος 2012 
4. Το δράμα με τις ειδικότητες των Ιατρών.
    Eφημερίδα ''Πρώτο Θέμα",  Κυριακή 17 Φεβρουαρίου 2013  
5. Συνέντευξη με τον γιατρό κ.Σπύρο Γούλα. Περιοδικό ''Γαστρεντερολογία''.
   Τεύχος: Ιανουάριος 2015
6. Στη μνήμη του: ΣΤΕΛΙΟΣ ΚΑΤΣΑΡΑΓΑΚΗΣ (1951-2016) .
    Ο Αγωνιστής της Ζωής και της Ιατρικής.
    Ιστοσελίδα Ιατρικής Σχολής ΕΚΠΑ και Ελληνικής Χειρουργικής Εταιρείας.
7. Η ψήφος στα 17 και οι Μαθητές του Λυκείου. Δημ/ση στην εφημ. ''Το Βήμα'',11/9/2016.
8. Η φυγή των νέων γιατρών από την Ελλάδα. Μια μεγάλη απώλεια κοινωνικού θησαυρού. Δημοσίευση άρθρου στην εφημερίδα  " Πρώτο Θέμα "  18.12.2016. 
9. The Prophylactic Use of Antibiotics in Surgery.    
    Hellenic Journal of Surgery (2018) 90:2, 61
10. Η σημασία του Ογκολογικού Συμβουλίου των νοσοκομείων.
      Εφημερίδα  ''Το Βήμα'' 7  Ιουλίου 2018 .
11.Retroperitoneal sarcomas with initial multifocality. A challenge that remains to be  defined. Letter to the Editor. Journal Surgical Oncology, 2019.
12. Η ανάδειξη του ρόλου του ΕΣΥ και η συνεχιζόμενη φυγή των γιατρών.
     Εφημερίδα ''Πρώτο Θέμα'', 28-6-2020 
13. Pelvic Floor Reconstruction after Major Cancer Surgery (by use of the Terminal  
      Ileum).
14. Vascular procedures Prior of Radical Resection of Retroperitoneal Sarcoma.
      Case Report, Vol.3 Iss S3  20.12.2020 ,Clinical Surgery Journal. 
15. Η Πολυκλινική Αθηνών των αδελφών Ανδρέα και Νικόλαου Αλιβιζάτου. 
     Ένα Ίδρυμα με ιδιαίτερη πορεία και προσφορά.
16. Prevention of Entero-Atmospheric Fistula: The Initial Closure of the Abdomen.
      Hellenic Journal of Surgery (2020) 92:5-6, 208-210
17. ''Προβλήματα σχετικά με την Ειδικότητα της Χειρουργικής''.
       Πανελλήνιο Συνέδριο-Προεδρείο,Θεσσαλονίκη, Ιούνιος 2021.
18. Η αξιοποίηση του ανθρώπινου δυναμικού για ένα νέο ΕΣΥ.
      Εφημερίδα ΤΟ ΒΗΜΑ, 18/7/2021.
19. Η Ιατρική Σχολή του ΕΚΠΑ στον 21ο αιώνα.
      Εφημερίδα Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, 7/7/2021.

20. ''Ανοικτή Κοιλιά'': Ενδείξεις-Τεχνικές-Επιπλοκές (εντερο-ατμοσφαιρικά συρίγγια)

     Το κείμενο αυτό είναι κεφάλαιο σε υπό έκδοση βιβλίο του Χειρουργικού Τομέα της

      Ιατρικής Σχολής Αθηνών.

21. Η σχέση του γιατρού με τον ασθενή στη σημερινή πραγματικότητα.Δ.Βώρος

/////////////////////////////////////////////////////////////////////////////////////////////////////////////////////////////////////////// 


1.  Το κείμενο αυτό είναι από το 2008.
Παρουσιάζεται και σήμερα επειδή φαίνεται πως είναι επίκαιρο και ίσως διαχρονικό.    
Αύγουστος - Οκτώβριος 2008 

 Διονύσης Κ. Βώρος


2. Το εκπαιδευτικό μας πρόγραμμα από τον Ν.1268/82 μέχρι σήμερα.     Ιανουάριος 2011

 

Στις 2/11/10 ο Καθηγητής κ. Μ. Κουτσιλιέρης έστειλε τις απόψεις και προτάσεις που κατέθεσε στην Ιατρική Σχολή το 1978 ο αείμνηστος Καθηγητής Κ. Γαρδίκας για την Ιατρική Προπτυχιακή Εκπαίδευση. Την ίδια μέρα ο Καθηγητής κ. Ε. Γεωργίου έστειλε ενδεικτικά ενημερωτικό κείμενο για το σύγχρονο γίγνεσθαι στις ΗΠΑ και τον Καναδά (στοιχεία 128 Σχολών). Και τέλος στις 10/11/10 ο Καθηγητής κ. Ν. Ζακόπουλος έστειλε τις προτάσεις που δημοσιεύθηκαν το 1989 στο περιοδικό «Ιπποκράτης» από ομάδα μελέτης του Καθηγητή κ. Σ.Μουλόπουλου, στην οποία συμμετείχα κι εγώ μαζί με άλλα μέλη  ΔΕΠ της Σχολής. Τίτλος της: Μία πρόταση για τα Πανεπιστήμια. Σκοπός της: Μια διέξοδος στις αντικρουόμενες απόψεις που ήταν στο προσκήνιο 7 χρόνια μετά την εφαρμογή του Ν 1268/82 ανάμεσα στους υποστηρικτικές και επικριτές του ακαδημαϊκού νόμου.


Οι νεότεροι που ενδεχόμενα διάβασαν τα παραπάνω θα διερωτώνται αν αυτές οι προτάσεις που έγιναν τριάντα και είκοσι χρόνια νωρίτερα είναι τα μόνα δεδομένα της πορείας μας και αν η επίκληση των σημερινών προγραμμάτων των ΗΠΑ και του Καναδά μας δίνει διέξοδο χωρίς πολλή επεξεργασία.


Προσωπικά γνωρίζω όλα τα παραπάνω που αναφέρθηκαν, όπως και άλλοι συνάδελφοι που συμμετείχαμε πολλά χρόνια στα όργανα της Ιατρικής Σχολής. Γνωρίζω όμως και όλα τα άλλα που έγιναν και περισσότερα άλλα που δεν έγιναν, ώστε να είμαστε σήμερα στο σημείο που σαφώς δεν δικαιώνει ούτε την προσπάθεια των Δασκάλων ούτε τον κόπο των Φοιτητών και το επίπεδο όλων. Η κατάθεσή τους μπορεί να αναδείξει με σαφήνεια γιατί δεν προχωρήσαμε και τι χρειάζεται να γίνει άμεσα,για να μην οδηγηθούμε σε τελικά αδιέξοδα.


Το κείμενο που ακολουθεί θάχει κατ’ ανάγκη την διάταξη της χρονικής αναφοράς των γεγονότων, την προσπάθεια ερμηνείας των προβλημάτων που ανέκυψαν και την άποψη του γράφοντος γι’ αυτό που χρειαζόμαστε.


Στην θητεία του πρώτου μετά το νόμο 1268/82 Προέδρου της Ιατρικής κ. Κ. Παπαδάτου (1983-7) έγινε η πρώτη αλλαγή του Προγράμματος Σπουδών. Επρόκειτο για σημαντική αλλαγή, γιατί εκτός από την καθιέρωση των εξαμήνων και την προσθήκη των κατ’ επιλογήν μαθημάτων που επέβαλε ο νέος νόμος, αξιοποιήθηκε η ευκαιρία για πιο αποδοτικούς τρόπους διδασκαλίας. Ενδεικτικό είναι ότι όλα τα μαθήματα των ειδικοτήτων Παθολογίας και Χειρουργικής που διδάσκουμε σήμερα στο 9ο και 10ο εξάμηνο (5ο έτος του παλιού προγράμματος) διδάσκονται με το σημερινό τρόπο, ενώ προηγουμένως εδιδάσκοντο κύρια με τη νοοτροπία της «από έδρας διδασκαλίας» σε ωριαία βάση για όλο το χρόνο. Για παράδειγμα: το πρόγραμμα είχε 8-9 π.μ. Καρδιολογία και 9-10 π.μ. ΩΡΛ από τον Οκτώβριο μέχρι τον Ιούνιο. Επρόκειτο για σοβαρή αλλαγή, γιατί πέραν της ουσίας είχε να αντιμετωπίσει και τη νοοτροπία των καθηγητών, που δεν αποδέχονταν πωςτο μάθημά τους, που γινόταν όλο το χρόνο, θα είχε τώρα διάρκεια 2 εβδομάδων και ας ήταν οι ώρες διδασκαλίας περισσότερες.


Όμως οι σημαντικές για την εποχή εκείνη αλλαγές έγιναν, γιατί η Επιτροπή Σπουδών με συγκρότηση όπως η σημερινή και ανελλιπή συμμετοχή των Φοιτητών, ετοίμασε για πολύ διάστημα την πρόταση όπως τη θεωρούσαν χρήσιμη οι Διδάσκοντες και την έβλεπαν ως ωφέλιμη οι Φοιτητές. Υπήρχε κλίμα εμπιστοσύνης, συνεργασίας και σύνθεσης απόψεων. Είχα την τύχη και την τιμή να συμμετέχω σ’ αυτή την Επιτροπή και καταθέτω ότι το τελικό κείμενο που είχε και τη διάταξη του ωρολογίου προγράμματος, κατατέθηκε εκ μέρους όλων των Φοιτητών από τον τότε μαθητή μας και σήμερα Καθηγητή Ογκολογίας στη Βοστώνη κ. Όθωνα Ηλιόπουλο και ψηφίσθηκε αυτούσιο από τη Γ. Σ. της Σχολής.
Η αλήθεια δυστυχώς είναι πως εκείνη η διαδικασία ήταν η πρώτη και τελευταία επιτυχής προσπάθεια εκσυγχρονισμού του προγράμματός μας. Αν είχε συνεχιστεί με τέτοιο πνεύμα και ρυθμούς, σίγουρα θα είμαστε σήμερα πιο υπερήφανοι για ό,τι κάναμε όλοι.


Κατά την περίοδο 1998-1999 συζητήθηκε από την Επιτροπή και ετοιμάσθηκε ο εμπλουτισμός του προγράμματος με νέα μαθήματα: όπως η Αναισθησιολογία και η Κλινική Γενετική. Υπήρχαν ήδη στα σύγχρονα προγράμματα άλλων χωρών αλλά και στις περισσότερες Ιατρικές Σχολές της χώρας μας. Επειδή συμμετείχα και σ’ αυτή την Επιτροπή, καταθέτω πως οι Φοιτητές παρά τις επιφυλάξεις τους για τον ενδεχόμενο φόρτο του όλου προγράμματος και τη χρονική κατανομή, το αποδέχθηκαν και ψηφίσθηκε από τη Γ.Σ., με την προοπτική να αρχίσει η υλοποίηση για τους Φοιτητές που θα εισάγονταν στη Σχολή το έτος εκείνο, όταν θα έφθαναν στα προβλεπόμενα εξάμηνα. Τα επόμενα χρόνια εγράφετο στον Οδηγό Σπουδών η απόφαση αυτή και η χρονική προοπτική της. Όμως από το 2002 έπαψε ν’ αναφέρεται στον Οδηγό Σπουδών, χωρίς να υπάρχει καμία σχετική απόφαση της Σχολής. Είναι η πρώτη φορά που απόφαση τέτοιας σημασίας, διεγράφη χωρίς να υπάρξει άλλη ακυρωτική απόφαση από τα αρμόδια όργανα της Σχολής. Ήταν ίσως η αρχή της νέας για το πρόγραμμα εποχής!......


Την περίοδο 1999-2001 είχα την ευθύνη της Επιτροπής Προγράμματος ως αναπληρωτής Πρόεδρος της Σχολής. Παρά τους περιορισμούς που προέκυψαν από τις πολύμηνες απεργίες ΔΕΠ και Φοιτητών για το νόμο Παπαδόπουλου,η Επιτροπή λειτούργησε με αδιάλειπτη και επαγωγική συμμετοχή και συζήτηση των Τομεαρχών  και των Φοιτητών. Μελετήθηκαν για  πολύ διάστημα οι προτάσεις κύρια του Τομέα Παθολογίας. Γνωρίζαμε πως μερικοί Καθηγητές που δεν ήταν μέλη της Επιτροπής Σπουδών, είχαν επιφυλάξεις ο καθένας για το αντικείμενο που άμεσα ή έμμεσα τον αφορούσε. Φαίνεται ότι κατόρθωσαν να επηρεάσουν και τους εκπροσώπους των Φοιτητών στη Γ.Σ.  της Σχολής. Έτσι στην τελευταία συνεδρίαση του έτους,που έχει καταντήσει η μοιραία ημέρα για το Πρόγραμμα Σπουδών, ο Πρόεδρος της Σχολής εδήλωσε ότι: «Η συζήτηση για το πρόγραμμα αναβάλλεται για την επόμενη χρονιά». Νομίζω πως και εδώ η κύρια πίεση προς τον Πρόεδρο ήταν ή τουλάχιστον εκφράσθηκε από τους Φοιτητές μας που συμμετείχαν στη Γ. Σ.Περισσότερα γι’ αυτό γνωρίζουν οι ίδιοι!... Για εμέ ήταν η τελευταία συμμετοχή στην Επιτροπή Προγράμματος Σπουδών. Δεν αποδέχθηκα ποτέ άλλοτε την πρόταση παρ’ότι συνέχισα να είμαι μέλος της Γ.Σ. της Σχολής. Όμως δηλώνω πως δε μετάνιωσα για τις 2 δεκαετίες που συμμετείχα. Το θεωρώ χρέος μου και νομίζω πως προσπάθησα και προσέφερα ό,τι οι δυνάμεις μου επέτρεπαν, ίσως και παραπάνω.


Την ακαδημαϊκή χρονιά που πέρασε (2009-2010)  η Επιτροπή Σπουδών ετοίμασε πρόταση, που εκτός από άλλα επιμέρους θέματα είχε ως κύριο περιεχόμενο την προσθήκη στο πρόγραμμα των μαθημάτων της Αναισθησιολογίας και της Γενετικής, πράγμα που όπως ανέφερα   έχει ιστορία. Το θέμα ήλθε για συζήτηση στην τελευταία, όπως πάντα, Γ.Σ. της Σχολής. Η παρουσία μελών ΔΕΠ στην Γ.Σ δεν ήταν η αναμενόμενη!... Ήταν όμως μεγάλος αριθμός Φοιτητών, οι οποίοι αντί για συζήτηση ή κατάθεση άλλων απόψεων μας τραγούδησαν πολλά επαναστατικά άσματα που αφορούσαν πολλά γεγονότα και πρόσωπα του αιώνα που πέρασε με ποικίλες μνήμες.  Θα απορούσε ο καθένας, τι σχέση έχουν οι επαναστάσεις με την επιδίωξη της στασιμότητας. Οι επαναστάσεις είχαν πάντα σκοπό να κάνουν βήματα μπροστά. Όσοι από εμάς γνωρίζουμε, επειδή συμμετείχαμε πολλά χρόνια,καταλάβαμε πως επαναλαμβάνεται το γνωστό σκηνικό. Σημασία έχει ότι έληξε άδοξα και αυτή τη φορά η τελευταία συνεδρίαση του έτους που αφορά και το Πρόγραμμα Σπουδών. Τα πρακτικά αυτής της συνεδρίασης όπως και  της προηγούμενης που συζητήθηκε το πρόβλημα των  βιβλίων, δεν έχουν ακόμη απομαγνητοφωνηθεί!...


Είναι λοιπόν ειρωνικό και τραγικό ότι οι Φοιτητές μας, ένα σύνολο προικισμένων νέων ανθρώπων, αντιστέκονται στην πρόοδό τους, που είναι και ο εκσυγχρονισμός του προγράμματος Σπουδών. Μπήκαν στη Σχολή σαν πρωταθλητές από ικανότητες και προσπάθεια και στη συνέχεια αρνούνται κάτι που θα συμβάλει σημαντικά στην επιτυχία της πορείας τους και που είναι δυνατόν να γίνει χωρίς χρονική επιβάρυνση, αλλά μόνο με εκσυγχρονισμό. Είναι κατ’ εμέ φανερό πως δεν μας εμπιστεύονται ως συνομιλητές, γιατί μας έχουν απορρίψει ως Δασκάλους – Καθοδηγητές τους. Γιατί δεν τους εμπνεύσαμε ως πρότυπα. Γιατί προφανώς έχουν απογοητευθεί από πολλές πράξεις μας, στάσεις μας και παραλείψεις μας στους χώρους που λειτουργούμε. Οι εξαιρέσεις -  Παραδείγματα Δασκάλων με αρετές δεν είναι λίγες αλλά δεν φθάνουν όταν το γενικότερο κλίμα είναι διαφορετικό. Από τη δεκαετία του ’90 αυτό το φαινόμενο έχει σταδιακά γίνει όλο και πιο ορατό. Πιέζουν τη Διοίκηση της Σχολής στο να μην «αλλάξει» τίποτα,χρησιμοποιώντας για όπλο τη δύναμη της ψήφου τους για τις επερχόμενες εκλογές Σχολής και Παν/μίου. Και νιώθουν τη δύναμή τους αυτή πολύ μεγάλη από τη στιγμή που διαχρονικά πολλοί υποψήφιοι για τις θέσεις Διοίκησης έχουν «συζητήσει» μαζί τους σ’ αυτήν τη βάση. Εδώ νιώθω πίκρα και απογοήτευση, γιατί ανήκω στη γενιά που έκανε και έκανα συνειδητά 100 μέρες απεργία για να γίνει ο Νόμος που κατοχύρωσε την συμμετοχή των Φοιτητών στα όργανα και τις εκλογές.


Ανεξάρτητα όμως από το τι θα προβλέπει κάθε φορά ο Νόμος, η πραγματικότητα είναι ότι η Σχολή και όλο το Πανεπιστήμιο είναι κοινότητα. Ακαδημαϊκή κοινότητα έχει καθιερωθεί να λέγεται για να συμπεριλάβει τους Δασκάλους και τους Φοιτητές. Γιατί εδώ σε αντίθεση με τις άλλες βαθμίδες της παιδείας, οι Μαθητές είναι ενήλικες. Είναι και αυτοί, έστω και διερχόμενοι, Ακαδημαϊκοί πολίτες. Κάποιοι απ’ αυτούς θα είναι και οι ίδιοι αργότερα και  Δάσκαλοι. Οι αποφάσεις,λοιπόν, για σοβαρά ζητήματα, ειδικά αυτά που αφορούν το εκπαιδευτικό πρόγραμμα,πρέπει να είναι αποτέλεσμα αμοιβαίας ενημέρωσης, συζήτησης, ανταλλαγής απόψεων και κοινής απόφασης. Αυτό απαιτεί και από τις δύο πλευρές καλή πίστη, χρόνο και κόπο. Μόνο έτσι θα προκύψουν θέσεις και προτάσεις που τις πιστεύουμε από κοινού και ταυτόχρονα  δύναμη για διεκδικήσεις προς κάθε κατεύθυνση. Είναι χαρακτηριστικό το πρόσφατο παράδειγμα της Αγγλίας. Μια χώρα παραδοσιακά συντηρητική αλλά συγχρόνως με παράδοση Ακαδημαϊκή και συνδικαλιστική. Στη διαδήλωση που ξεκίνησε απ’ όλες τις πόλεις κι έφθασε στο Λονδίνο με 200.000 διαδηλωτές,για να μην αυξηθούν τα δίδακτρα στα Πανεπιστήμια, οι Φοιτητές και οι Καθηγητές τους συμμετείχαν από κοινού!.... Λίγες μέρες αργότερα η κατάληψη του ιστορικού και φημισμένου Πανεπιστημίου του Κέιμπριτζ έγινε επίσης από κοινού από τους Φοιτητές και Καθηγητές, που συμμετείχαν σ’ αυτές τις εκδηλώσεις.
Η αναθεώρηση της στάσης όλων μας είναι επιβεβλημένη. Γιατί το πρόβλημα έχει φθάσει σε αδιέξοδο, οι διαβουλεύσεις για νέο Νόμο είναι σε εξέλιξη και η κοινωνία μας βρίσκεται γενικότερα σε δύσκολη καμπή.


Και ως Σχολή δεν έχουμε μόνο το πρόβλημα του Προγράμματος Σπουδών. Το θέμα των βιβλίων είναι μια άλλη δραματική ιστορία, που, ενώ το κράτος δίνει χρήματα αρκετά, οι Φοιτητές τελικά δεν μπορούν να πάρουν τα βιβλία που χρειάζονται για τις Σπουδές τους. Το πρόβλημα των βιβλίων της Χειρουργικής, όπως πρόκυψεαπό την απαράδεκτη επιλογή του Δ/ντή του Τομέα, αποτελεί τυπικό δείγμα για τοκατάντημα που βρισκόμαστε!.... Και η Διοίκηση της Σχολής το γνωρίζει. Ακόμα το θέμα της μελλοντικής διάρθρωσης της Σχολής, παρ’ ότι έχει διαχρονικά συζητηθεί και αναδείχθηκε πάλι πρόσφατα με σοβαρότητα από ομάδα «Πρωτοβουλίας μελών ΔΕΠ», μέσα στο κλίμα που έχει δημιουργηθεί δεν μπόρεσε ούτε να συζητηθεί στη Γ.Σ. της Σχολής.  Και είναι κρίμα. Γιατί ανεξάρτητα από το πώς το βλέπει κανείς και ανεξάρτητα από το αν υπάρχουν σήμερα δυνατότητες και δυσκολίες, είναι μεγάλο ζήτημα που αφορά το μέλλον της λειτουργίας της Σχολής. Επίσης το Αττικό Νοσοκομείο που έπρεπε να είναι, και θα είναι, το καμάρι της Ιατρικής Σχολής, έχει «ξεχασθεί» από το κράτος (οι ερμηνείες είναι διάφορες) και η Σχολή δεν μπόρεσε να διαμορφώσει πρωταγωνιστικό ρόλο στις διεκδικήσεις και την εξέλιξή του.


Και τελικά η αδυναμία να συζητηθούν τέτοια θέματα στη Γ. Σ., που είναι το τελικά αρμόδιο όργανο, οδήγησε στο να συζητούνται πλέον τα θέματα αυτά και άλλα, επίσης σοβαρά, στα συνδικαλιστικά μόνο όργανα του χώρου, που είναι ο ενιαίος σύλλογος των μελών ΔΕΠ και η Ένωση των Καθηγητών(όργανα που λειτουργούν για προτάσεις και θέσεις, αλλά δεν είναι τα τελικά αρμόδια για αποφάσεις). Και ακόμα να επικοινωνούμε με το διαδίκτυο, αντί να συζητούμε και να συναποφασίζουμε.


Αγαπητοί Συνάδελφοι,
 
Η Ιατρική Σχολή είναι από πολλές πλευρές κεφάλαιο και μάλιστα πολύτιμο της κοινωνίας μας. Διαχειρίζεται προνομιακά μεγάλα αγαθά: υγεία,έρευνα, εκπαίδευση γενική και ειδική για επιστήμονες που θα στελεχώσουν αύριο την κοινωνία μας σε πολλά επίπεδα. Εμείς που τη λειτουργούμε, Δάσκαλοι  και Φοιτητές, οφείλουμε να την κρατήσουμε στο καλύτερο επίπεδο που μπορούμε. Ας το αναλογισθούμε με υπευθυνότητα. Το χρωστάμε στην κοινωνία μέσα στην οποία ζούμε και αναπτύσσουμε τις επιλογές μας ως άτομα και ως λειτουργοί.. Είναι ανάγκη σε όλους τους χώρους τόσο των Οργάνων Διοίκησης όσο και των Συλλόγων του ΔΕΠ και των Φοιτητών να υπάρξουν πρωτοβουλίες προς την κατεύθυνση της ειλικρινούς επικοινωνίας και συζήτησης για τον εκσυγχρονισμό και την πρόοδο της Σχολής που είναι και κοινό όφελος για όλους μας.
 
Με την ελπίδα ότι όσα γράφω θα μας προβληματίσουν.
Διονύσης Κ. Βώρος
 


Υ.Γ. Είναι ευνόητο πως κάθε σχόλιο είναι ευπρόσδεκτο στην ηλεκτρονική διεύθυνση αυτής της επιστολής.
 

3. Λάθη και παραλείψεις που απαιτούν επανεξέταση (προς τα μέλη ΔΕΠ και τους φοιτητές της Ιατρικής Σχολής Αθηνών).        
Δεκέμβριος 2012

 

Αγαπητοί Συνάδελφοι,
 
Στις 27/12/2012 η Σύγκλητος του Πανεπιστημίου σε επαναληπτική για το θέμα συνεδρίαση αποφάσισε σύμφωνα με το νέο νόμο  των ΑΕΙ να ενταχθεί η Ιατρική ως Τμήμα στην Σχολή Επιστημών Υγείας  μαζί με την Οδοντιατρική, τη Νοσηλευτική και την Φαρμακευτική. Ο κύριος και ουσιαστικός λόγος είναι ότι σαν Μονοτμηματική Σχολή η Ιατρική δεν θα μπορούσε να είχε Κοσμήτορα και εκπροσώπηση δι’ αυτού στην Σύγκλητο. Το τελευταίο θα ήταν πολύ σοβαρό αφού μάλιστα διανύουμε περίοδο θεσμικών αλλαγών από το νέο νόμο που ασφαλώς ενδιαφέρουν και θα επηρεάζουν σοβαρά την Ιατρική. Μέχρι σήμερα, για όσους δεν το γνωρίζουν, η Ιατρική μετά το νόμο 1268/82 ήταν επίσημα και τυπικά τμήμα αλλά με μια απόφαση του ΣτΕ (32/1990)και επακόλουθη απόφαση της Συγκλήτου (20/2/1990) «Λειτουργεί μεν ως τμήμα αλλά μπορεί να φέρει και τον τίτλο Ιατρική Σχολή». Αυτό δεν επηρέαζε ουσιαστικά τη λειτουργία μας, αφού ο μέχρι τώρα ισχύον νόμος (1268/82) επέτρεπε την εκπροσώπηση των Τμημάτων στη Σύγκλητο δια του Προέδρου τους, πράγμα που δεν επιτρέπει ο νέος νόμος. Η Γ.Σ. της Σχολής σε δύο συνεχόμενες συνεδριάσεις πριν από τη συνεδρίαση της Συγκλήτου, εξέφρασε την άποψή της  να μείνει η Ιατρική σαν μονοτμηματική Σχολή λόγω του μεγέθους της, της διαδρομής της και της φύσεως της. Επειδή όμως διαφαινόταν ποια θα ήταν τελικά η θέση της Συγκλήτου, η Γ. Σ. εξουσιοδότησε ουσιαστικά τον Πρόεδρο να έχει σαν δεύτερη επιλογή μας αυτό που τελικά έγινε. Προσωπικά εστήριξα αυτή την άποψη σαν δεύτερη επιλογή, αφού άλλη πρόταση που την θεωρώ σαφώς καλλίτερη δεν ήταν δυνατή χρονικά να προετοιμασθεί. Θα γράψω γι’ αυτό παρακάτω γιατί αποτελεί και τον λόγο που γράφεται αυτό το κείμενο. 


Είναι προφανές και ευκατανόητο πως η νέα Διοικητική δομή λειτουργίας θα είναι πρόβλημα σοβαρό. Γιατί ο Πρόεδρος του Ιατρικού Τμήματος έχει από το νόμο περιορισμένες πλέον αρμοδιότητες, ενώ ο Κοσμήτορας θα έχει την ευθύνη για 4 τμήματα με συνολικό μέγεθος υπέρογκο. Είναι μία από τις ουσιαστικές αδυναμίες του νέου νόμου. Ο Κοσμήτορας όσο κι αν προσπαθήσει θα έχει φυσικά αδυναμία ν’ ανταποκριθεί σε εύλογους χρόνους σε σημαντικά λειτουργικά προβλήματα (θα είναι κοσμήτορας για το μισό Πανεπιστήμιο Αθηνών).


Προβάλει έτσι η αντικειμενική ανάγκη να εργασθούμε έγκαιρα, σοβαρά και υπεύθυνα για άλλη διέξοδο που να εξυπηρετεί τις ανάγκες λειτουργίας μας. Κανένας νόμος δεν είναι αξεπέραστος ειδικά όταν αναδεικνύονται μεγάλα προβλήματα. Κατά τη γνώμη μου,την οποία θα αναλύσω παρακάτω, η διέξοδος θα είναι να εργασθούμε για τη δημιουργία δύο ισότιμων Ιατρικών Τμημάτων που θα δίνουν ουσιαστικά το ίδιο πτυχίο και θα μπορούν τα δύο μαζί ν’ αποτελέσουν Σχολή.


Θα καταθέσω εδώ  ποια είναι η έννοια και η αναγκαιότητα μιας τέτοιας αναδιάρθρωσης καθώς και αυτά που έγιναν και αυτά που παραλείφθηκαν γι΄ αυτό μέχρι σήμερα.
 
Η Ιατρική Σχολή της Αθήνας από δεκαετίες έχει μέγεθος σε αριθμό Φοιτητών και ΔΕΠ καθώς και υποδομές που αντιστοιχεί  σε δύο ή τρεις Σχολές του σύγχρονου κόσμου. Αυτό δημιουργεί σοβαρά προβλήματα όπως:
α)Αδυναμία εφαρμογής σύγχρονου εκπαιδευτικού προγράμματος καθώς και παρακολούθησης και αξιολόγησής του. β) Αδυναμία για αναλογική εκπροσώπηση στα όργανα του Παν/μίου και της Πολιτείας. γ) Δυσκολία για διορισμό άλλου προσωπικού, αφού δεν είναι δυνατόν ν’ αυξηθεί το προσωπικό μιας Σχολής στο επίπεδο του μισού περίπου προσωπικού όλου του Παν/μίου. δ) Σ’ ένα σύνολο ουσιαστικά δύο ή τριών σχολών με ένα όργανο διοίκησης δεν μπορούν να πραγματοποιηθούν βασικές λειτουργίες (π.χ. αξιολόγηση και κρίση μελών ΔΕΠ).


Η αναδιάρθρωση σε δύο ή περισσότερα τμήματα που θα έδινε διέξοδο δεν θά ταν καμία πρωτοτυπία αφού αυτό έχει γίνει σε πολλά μεγάλα πανεπιστήμια  του σύγχρονου κόσμου. Έτσι είναι από πολλά  χρόνια στο Λονδίνο (5), στο Παρίσι(7), Στη Ρώμη (3) κ.ά. Χαρακτηριστικό και ιστορικής σημασίας είναι το παράδειγμα του Παρισιού όπου η διαίρεση της μιας μεγάλης Σχολής σε 7, έγινε με απαίτηση των Φοιτητών μετά το Μάη του ’68, για τη βελτίωση των συνθηκών διδασκαλίας.
 
Στη χώρα μας το 1995 λειτούργησε Επιτροπή του Υπ. Παιδείας υπό τον πρώην πρύτανη Φώτιο Μήτση με συμμετοχή της Ιατρικής Σχολής, του Πανεπιστημίου και του Υπ.Παιδείας. (Γνωρίζω τις λεπτομέρειες επειδή συμμετείχα κι εγώ). Η συγκρότησή της έγινε επειδή υπήρχε οδηγία-υπόδειξη από την Ευρωπαϊκή Ένωση για την «Εναρμόνιση των Ιατρικών Σπουδών».  Η Επιτροπή έκανε συνολική πρόταση που συμπεριλάμβανε και τη διαίρεση της Σχολής σε 2 τμήματα ισότιμα. (Ήταν ήδη διαφαινόμενη η λειτουργία του Αττικού νοσοκομείου). Η πρόταση εστάλη τον Μάιο του 1995 στη Σχολή μας για μελέτη προκειμένου με ευθύνη της και σύμφωνα με όσα επέτρεπε ο νόμος των ΑΕΙ, να δρομολογηθούν αλλαγές. Η Ιατρική Σχολή δεν την έθεσε για συζήτηση στα όργανα της ποτέ. Ένας σημαντικός αριθμός Καθηγητών-Διευθυντών κλινικών και Εργαστηρίων της εποχής εκείνης,ιδιαίτερα στα μαθήματα που υπήρχε μια κλινική ή εργαστήριο, εθεώρησαν πως ήταν υποβάθμιση !...... τους αν εγίνετο και άλλη παρόμοια μονάδα για να λειτουργήσει δεύτερο τμήμα. Από σεβασμό στον χρόνο και τον κόπο που είχα αφιερώσει τα συμπεριέλαβα σε άρθρο μου στην «Ελευθεροτυπία» στις 11/4/96.


Όταν τα επόμενα χρόνια δρομολογήθηκε η μερική εγκατάσταση της Ιατρικής Σχολής στο Αττικό, το θέμα επανήλθε από την πρόκληση του νέου Νοσοκομείου (συμμετείχα και σ’ αυτή την επιτροπή). Είχε γίνει πλέον κατανοητή η ανάγκη δημιουργίας δεύτερου ισότιμου τμήματος. Σχεδιάσθηκε κτίριο Βασικών Επιστημών και αμφιθεάτρων εκεί που είναι σήμερα το Parkingτου Αττικού. Με χρήματα του Πανεπιστημίου έγινε και η μελέτη αυτή του κτιρίου(Τεχνικό γραφείο Ταβανιώτη). Το όνειρο έσβησε γρήγορα γιατί το Υπουργείο δεν έδειξε πρόθεση χρηματοδότησης. Η πολιτεία έδειχνε από τότε πως δεν είχε τις δέουσες προθέσεις για το Αττικό !.....
 
Τον Νοέμβριο του 2009 έγινε στη Ναύπακτο Ανοικτή Γενική Συνέλευση της Ένωσης των Καθηγητών της Ιατρικής με πρόσκληση και του Συλλόγου μελών ΔΕΠ για συζήτηση-πρόταση  για την Ιατρική του 21ου αιώνα.Εκεί παρουσιάσθηκε αναλυτικά από τον συνάδελφο κ. Γ. Πολυμενέα η πρόταση της ομάδας «Πρωτοβουλία Μελών ΔΕΠ Ιατρικής» για την αναδιάρθρωση της Σχολής. Ήταν πρακτικά διασαφηνισμένη η πρόταση που είχε γίνει από την Επιτροπή του Υπ.Παιδείας το 1995. Ουσιαστικά συμφωνήσαμε το θέμα αυτό να έλθει για συζήτηση και μελέτη στο επίσημο όργανο της Σχολής τη Γ.Σ. όπου συμμετείχαν και οι Φοιτητές(ο Πρόεδρος της Σχολής ήταν παρών). Τις επόμενες μέρες οι εκπρόσωποι των Φοιτητών που επληροφορήθηκαν την πρόταση αντέδρασαν έντονα.  Η πλημμελής ενημέρωσή τους που μεγάλωνε από την απροθυμία για συζήτηση και η καχυποψία πως κάθε καινούργιο θα είναι σε βάρος τους, οδήγησε σε μια στείρα αντιπαράθεση. Ο πρόεδρος της Σχολής έφερε το θέμα στη Γ.Σ. την επόμενες εβδομάδες για συζήτηση αλλά ουσιαστικά για να «κλείσει»αφού οι φοιτητές είχαν αντίθετη γνώμη (υπάρχουν ασφαλώς πρακτικά). Είναι έργο που έχουμε δει  από τη Διοίκηση της Σχολής  πολλές  φορές διαχρονικά !....


Η πρόταση της «Πρωτοβουλίας» παρουσιάσθηκε και στην Γ.Σ. της Σχολής στις 13/12/12 από τον συνάδελφο κ. Ν. Σύψα εν όψει της συνεδρίασης της Συγκλήτου. Με αυτή συμφώνησα πάλι κι εγώ. Αλλά ο χρόνος δεν επέτρεπε πλέον καμία επεξεργασία και αίτημα θεσμικής αποδοχής αφού η Σύγκλητος ήθελε την απόφαση μας σε μία εβδομάδα. Κι έτσι φθάσαμε στο 2013 να μας ξεπερνούν τα γεγονότα όπως έγραψα στην αρχή του κειμένου.


Αγαπητοί Συνάδελφοι,
Το κείμενο αυτό δεν γράφτηκε για να αποδοθούν ευθύνες σε κανένα προσωπικά. Αυτό δεν τον έπραξα ποτέ, πολύ περισσότερο τώρα που μεγάλωσα. Σκοπός μου είναι ν’αναλογισθούμε την ευθύνη μας και να δράσουμε ανάλογα. Γιατί με τέτοια νοοτροπία και «παραλείψεις» κύρια από τις Διοικήσεις της Σχολής διαχρονικά προέκυψαν πολλά που δεν έπρεπε, όπως:
-        Το πρόγραμμα Σπουδών που μένει 25 χρόνια το ίδιο.
-        Το «χάος» με τη διανομή των βιβλίων που δυσφήμισε τη Σχολή και συνέβαλε στους περιοριστικούς όρους του Υπουργείου.
-        Η «απουσία»μας διαχρονικά στη διατύπωση γνώμης (ως η μεγαλύτερη Σχολή της χώρας) για το Νόμο των ειδικοτήτων που οδήγησε μαζί με συγκυρίες του σήμερα ώστε το 50% των καλλίτερων πτυχιούχων μας  ν’ αναζητά διέξοδο σε άλλες χώρες


Σήμερα που η χώρα μας αντιμετωπίζει τα δεινά που βιώνουμε, οι υποχρεώσεις της αποστολής μας γίνονται πιο επιτακτικές.Το χρωστάμε στην Ιατρική, στο Πανεπιστήμιο και στην κοινωνία που ζούμε και που μας έδωσε ό,τι είχε.
 
Και ν’ ασχοληθούμε άμεσα, σοβαρά και υπεύθυνα με προβλήματα σαν αυτά που αναφέρθηκαν παραπάνω.
 
                                                              Συναδελφικά
                                                           Διονύσης Κ. Βώρος 
     


4. Το δράμα με τις ειδικότητες των ιατρών. Eφημερίδα ''Πρώτο Θέμα", 
Κυριακή 17 Φεβρουαρίου 2013
 

ΤΟ ΔΡΑΜΑ ΜΕ ΤΙΣ ΕΙΔΙΚΟΤΗΤΕΣ ΤΩΝ ΓΙΑΤΡΩΝ
(Χάνουμε ένα κοινωνικό κεφάλαιο-αγαθό)
 

Είναι ευρύτατα γνωστό πως τα τελευταία 10-15 χρόνια ένας μεγάλος αριθμός νέων γιατρών που πήραν πτυχίο από τις Ιατρικές Σχολές της χώρας μας φεύγουν για ειδικότητα σε άλλες χώρες με σημαντική την πιθανότητα να μην επιστρέψουν εδώ. Είναι κατά τεκμήριο οι καλλίτεροι, τουλάχιστον όσον αφορά τη διάθεσή τους να προσπαθήσουν για ό,τι καλλίτερο στο δρόμο που επέλεξαν και αγάπησαν. Την τελευταία διετία λόγω και της οικονομικής-κοινωνικής κρίσης της χώρας μας το κύμα φυγής μεγάλωσε ώστε να εκτιμάται για παράδειγμα πως από τους πτυχιούχους της Ιατρικής Αθηνών φεύγουν περίπου το 50%. Η κρίση μπορεί να διόγκωσε το πρόβλημα αλλά το μέγεθος του είναι μεγάλο –όπως ανέφερα παραπάνω– από πολλά χρόνια. Οφείλεται κατά κύριο λόγο στον αναχρονιστικό Νόμο που διέπει το πρόγραμμα εκπαίδευσης για την ειδικότητα και τον τρόπο εισόδου σ’ αυτό. Το αρμόδιο γι’ αυτό Υπουργείο Υγείας δείχνει από χρόνια ουσιαστική απροθυμία και ανευθυνότητα παρά τις επίσημες και τεκμηριωμένες εισηγήσεις που έχουν γίνει από θεσμοθετημένα όργανα και σοβαρές επιτροπές (συμμετείχα προσωπικά  4 χρόνια και τα γνώρισα άμεσα). Και το λάθος–παράλειψη παίρνει διαστάσεις δράματος και κοινωνικής ανευθυνότητας.


Τα κύρια προβλήματα του «συστήματος» μας είναι α) η έλλειψη προγράμματος σύγχρονης εκπαίδευσης, β) η απουσία παρακολούθησης-ελέγχου για το αν οι εκπαιδευτές εξαντλούμε την υποχρέωση μας για την άσκηση των ειδικευομένων γιατρών, γ) η μη αξιοποίηση όλων των νοσοκομειακών μονάδων μας,που κύρια με συνεργασία τους θα μπορούσαν να προσφέρουν περισσότερα και δ) η αναντιστοιχία θέσεων για ειδικότητα σε σχέση με τον αριθμό των υποψηφίων γι’αυτές που οδηγεί σε αναμονή πολλών ετών και «αντιμετωπίζεται»  με τον απαράδεκτο και μοναδικό διεθνώς τρόπο της «λίστας αναμονής». Οι εισηγήσεις που διαχρονικά έγιναν από τις θεσμικές επιτροπές και όργανα, εστόχευσαν σε όλα αυτά κατά τρόπο σύγχρονο και εφικτό αλλά το αρμόδιο Υπ. Υγείας για λόγους που δεν εξήγησε ποτέ πειστικά (στην περίπτωση αυτή εικάζονται πολλά) δεν θέλησε ή δεν μπόρεσε να κάνει τίποτα για αυτό από εδώ και δέκα χρόνια. Ακολουθούν διευκρινίσεις για την παραπάνω εισαγωγή.


Η έννοια του προγράμματος – περιεχομένου της κάθε Ιατρικής ειδικότητας κλινικής ή Εργαστηριακής προβλέπεται από τις ανάγκες της σύγχρονης Ιατρικής και την οριοθετημένη σε όλο τον κόσμο. Και αν ένα νοσοκομείο δεν διαθέτει τα  πάντα, η άσκηση των ειδικευομένων μπορεί και πρέπει να γίνεται είτε στο ίδιο νοσοκομειακό συγκρότημα ή και σε άλλα νοσοκομεία και αυτή είναι η έννοια της συνεργασίας για την εκπαίδευση ειδικευομένων γιατρών.

Η υποχρέωση που έχουμε ως εκπαιδευτές να διδάξουμε στη φάση της ειδικότητας τους νέους συναδέλφους μας, είναι επιτακτική. Ειδικά στις ειδικότητες που απαιτείται άσκηση όπως οι χειρουργικές και παρεμβατικές (ενδοσκοπίσεις, παρεμβατική ακτινολογία, παρεμβατική καρδιολογία) και   οποίες αποτελούν το60-70% του συνόλου, έχει γίνει διεθνώς οριοθέτηση με ποσοστά συμμετοχής και δεν εναπόκεινται στη καλή διάθεση των εκπαιδευτών αλλά ελέγχονται από θεσμικά όργανα με αρμοδιότητα παρεμβάσεων ή και κυρώσεων.


Ο αριθμός των θέσεων για ειδικότητα είναι από πολλά χρόνια το κυρίαρχο πρόβλημα και αποτελεί συνεχώς και το κύριο θέμα αντιπαράθεσης μεταξύ Υπουργείου Υγείας και των υποψηφίων για ειδικότητα.Οι νέες θέσεις που κάθε χρόνο διατίθενται γι’ αυτούς είναι περίπου 1150. Νέα νοσοκομεία δεν ήταν εύκολο να γίνουν και τώρα γίνεται ακόμη δυσκολότερο. Στο τέλος του κειμένου θα κάνω μία προσωπική πρόταση γι’ αυτό.
Ο αριθμός των γιατρών που τελειώνει κάθε χρόνο τη Σχολή της χώρα μας είναι περίπου 1100, δηλαδή περίπου ίσος με τις θέσεις, παρ’ ότι αυτό δεν έγινε από ειδικό προγραμματισμό. Ο αριθμός των γιατρών που σπουδάζουν σε άλλες χώρες κύρια ευρωπαϊκές (συνήθως πρώην ανατολικές και Ιταλία) και αναγνωρίζουν πτυχίο αυτόματα ή με διαδικασία εξετάσεων (ΔΙΚΑΤΣΑ) ήταν πριν λίγα χρόνια μέχρι και 700-800 και τώρα είναι λίγο μικρότερος. Έτσι οι υποψήφιοι για ειδικότητα είναι σαφώς περισσότεροι από τις θέσεις. Επί πλέον για μερικές ειδικότητες με μεγάλη προτίμηση (π.χ. Παιδιατρική,Οφθαλμολογία, Ενδοκρινολογία, Γυναικολογία κ.ά.) οι ενδιαφερόμενοι είναι πολύ περισσότεροι από τις θέσεις και η λίστα της «σειράς» οδηγεί σε αναμονή 3-5 ετών πράγμα καταστροφικό για τους ενδιαφερόμενους.

Έτσι οι περισσότερο καταρτισμένοι ή έχοντες περισσότερη διάθεση να προσπαθήσουν, φεύγουν για άλλες χώρες με πιθανότητα σημαντική να μην επιστρέψουν ποτέ, χωρίς νά ναι αυτό επιλογή τους. Έτσι χάνεται ένα πραγματικό κεφάλαιο της κοινωνίας. Ό,τι καλλίτερο έφτιαξε ο κόπος των οικογενειών και η δωρεάν παιδεία που πληρώνει η κοινωνία ολόκληρη, αντί να προσφέρει με τη σειρά του εδώ, εξωθείται να βρει δικαίωση της προσπάθειας του  σε άλλες χώρες.



Από τη δεκαετία του ’90 που το πρόβλημα διογκώθηκε έγιναν εισηγήσεις που θ’ αναφερθούν παρακάτω για να καθιερωθεί σύστημα επιλογής (εξετάσεις) ώστε τουλάχιστον να προηγούνται οι καλλίτεροι,αυτοί που προσπάθησαν και απέδωσαν περισσότερο. Δίνοντας έτσι και δικαίωση στις προσπάθειές τους. Είναι γεγονός πως μια τέτοια διαδικασία θα έφερνε σε πιο δύσκολη θέση πολλούς πτυχιούχους που έρχονται από άλλες χώρες κύρια από τις πρώην ανατολικές. Γιατί τα παιδιά αυτά έστω κι αν έχασαν τις εισαγωγικές εξετάσεις των Πανεπιστημίων μας από λίγα μόρια, σπούδασαν σε Πανεπιστήμια με χαμηλότερο επίπεδο σπουδών και στην πλειοψηφία τους θα είχαν δυσκολία να συναγωνισθούν  σε εξετάσεις εισόδου για ειδικότητα τους πτυχιούχους των ελληνικών πανεπιστημίων. Όμως κανείς δεν μπορεί ν’ αμφισβητήσει πως οι διαδικασίες επιλογής, όταν γίνονται αδιάβλητα, είναι ένας κοινωνικά δίκαιος τρόπος αντιμετώπισης όλων. Να σημειωθεί ότι σε καμία χώρα δεν γίνεται η είσοδος στην ειδικότητα με σειρά λίστας. Παντού υπάρχουν διάφοροι τρόποι επιλογής.


Το χρονικό των εισηγήσεων για βελτίωση. Η προσπάθεια για αλλαγή-εκσυγχρονισμό του όλου συστήματος άρχισε το 1998 και συνεχίζεται ακόμη!... Ο τότε υπουργός Υγείας Καθηγητής κ. Δ. Κρεμαστινός συγκρότησε την προβλεπόμενη από το νόμο Επιτροπή Εκπαίδευσης του ΚΕΣΥ με την ευθύνη του Προέδρου του ΚΕΣΥ (Κεντρικό Συμβούλιο Υγείας) Καθηγητή κ. Η. Λαμπίρη προκειμένου να ετοιμαστεί πρόταση για όλα όσα αφορούν την ειδικότητα των Γιατρών. Στην επιτροπή συμμετείχαν Καθηγητές των Ιατρικών Σχολών της χώρας, συνάδελφοι από το ΕΣΥ, ειδικευόμενοι γιατροί,εκπρόσωποι του Πανελληνίου Ιατρικού Συλλόγου και διαδοχικά εκπρόσωποι όλων των επιστημονικών εταιρειών που αντιπροσωπεύουν τις ειδικότητες της Ιατρικής. Στην επιτροπή αυτή συμμετείχα για 4 χρόνια. Στην περίοδο εκείνη συνέπεσε να είμαι και Αναπληρωτής Πρόεδρος της Ιατρικής Σχολής Αθηνών. Η επιτροπή ασχολήθηκε με γνώμονα την διεθνή πραγματικότητα και κύρια την ευρωπαϊκή με γνώμονα πάντα και την πραγματικότητα της χώρας.


Η πρόταση που κατατέθηκε σε δύο τόμους αφορούσε το περιεχόμενο των ειδικοτήτων, τη βελτίωση  και αξιολόγηση  των κέντρων ειδικότητας, τον έλεγχο της εκπαίδευσης και τη διαδικασία εισαγωγής με εξετάσεις πανελλαδικές, σταδιακά καθιερούμενη  ώστε να μην θίγει άμεσα αυτούς που ήσαν ήδη χρόνια στη λίστα αναμονής. Η πρόταση έφθασε σαν σχέδιο νόμου στη Βουλή τον Ιανουάριο του 2004. Τελικά δεν έφθασε στην ολομέλεια γιατί η Βουλή τελείωσε τη θητεία της και δόθηκε προτεραιότητα σε άλλο ή άλλα νομοσχέδια !… Από το 1998 έως και το 2004 άλλαξαν πολλοί Υπουργοί Υγείας,πολλοί απ’ αυτούς ήταν Γιατροί και Καθηγητές των Ιατρικών μας Σχολών. Το ίδιο και στη θέση του Προέδρου του ΚΕΣΥ. Οι επιτροπές εκπαίδευσης του ΚΕΣΥ που διαχρονικά λειτούργησαν, ασχολήθηκαν και άλλες φορές με την προώθηση του νομοσχεδίου για τις ειδικότητες του 2004 ή και με νέα επεξεργασία του. Κανείς δεν το απέρριψε ούτε το επέκρινε. Ίσως να έγιναν μερικές διορθώσεις που τις απαιτούσε κι ο χρόνος. Όμως δεν ξαναπήγε στη Βουλή. Ούτε έγιναν επίσημα άλλες προτάσεις. Στην τελευταία διακυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ, (με Υπουργό Υγείας τον κ. Α.Λοβέρδο), ο Πρόεδρος του ΚΕΣΥ συνάδελφος Νευροχειρουργός-Δ/ντής ΕΣΥ κ. Α.Σερέτης συγκρότησε πάλι την Επιτροπή Εκπαίδευσης του ΚΕΣΥ που ασχολήθηκε με το θέμα και ίσως έγιναν πάλι μερικές τροποποιήσεις για να πάρει το νομοσχέδιο το 2011 το δρόμο προς τη Βουλή. Όμως η τελική διαδικασία σταμάτησε μετά από έντονη διαμαρτυρία τύπου κατάληψης στο Υπουργείο Υγείας από ομάδα Φοιτητών της Ιατρικής Αθηνών !...
Τα αίτια της απραξίας είναι δυστυχώς ζητούμενο. Ενώ βέβαιο είναι το επιζήμιο για την Ιατρική και την κοινωνία   αποτέλεσμα. Το Υπ. Υγείας που έχει την ευθύνη, δεν το προώθησε το νομοσχέδιο στη Βουλή παρ’ ότι δεν το απέρριψε ποτέ.


Οι Υπουργοί διαχρονικά δήλωναν ότι δήθεν πιέζονται από ομάδες Φοιτητών που αντιδρούν. Όμως γνωρίζουν και οφείλουν να γνωρίζουν ως πολιτικοί που έχουν και οργανώσεις των κομμάτων τους στο Παν/μιο,ότι οι ομάδες αυτές των Φοιτητών δεν εκφράζουν την πλειοψηφία των συναδέλφων τους. Και βέβαια Υπουργοί Κυβερνήσεων που επιβάλουν μνημόνια δεν μπορούν να ισχυρίζονται πως τους εμποδίζουν ομάδες Φοιτητών για μείζονα κοινωνικά προβλήματα. Την ίδια στιγμή πολλοί πιστεύουν πως το Υπουργείο πιέζεται !...  να μην προχωρήσει από πολιτικά και άλλα ισχυρά πρόσωπα που ανησυχούν για τη δυνατότητα που θα έχουν στις εξετάσεις τα παιδιά που έχουν σπουδάσει σε ορισμένα πανεπιστήμια των πρώην ανατολικών χωρών.Ανεξάρτητα από την αξιοπιστία της κάθε ερμηνείας, αφού το Υπουργείο για 10 χρόνια  δεν εξήγησε την αδράνειά του,είναι εκτεθειμένο σε κάθε κριτική. Αλλά περισσότερο είναι εκτεθειμένο επειδή αδρανεί μπροστά στην απώλεια ενός θησαυρού της κοινωνίας μας που είναι οι καλλίτεροι πτυχιούχοι μας που φεύγουν για πάντα. Είναι ένα ακόμα δείγμα πολιτικής απάθειας από αυτά που οδήγησε τη χώρα μας εδώ που φθάσαμε.
Και τέλος μπορούμε ν’ αυξήσουμε τις θέσεις ειδικότητας για να μην έχουμε γιατρούς που να οδηγούνται σε αποκλεισμό από το σύστημα. Υπάρχει το παράδειγμα και η εμπειρία πολλών ανεπτυγμένων χωρών που χρησιμοποιούν για την ειδικότητα συμπληρωματικά και επιλεγμένα Ιδιωτικά Ιδρύματα. Όχι με ανεξάρτητα προγράμματα αλλά σε σύνδεση με το κρατικό σύστημα,με προδιαγραφές και συνεχή έλεγχο. Το 2006 που συζητήσαμε το θέμα αυτό στο Πανελλήνιο Χειρουργικό Συνέδριο, είχαμε στοιχεία από το Υπουργείο πως στη χώρα μας περίπου 40.000 εγχειρήσεις το χρόνο, εκτελούνται εκτός δημοσίου φορέα,δηλαδή έξω από το πρόγραμμα εκπαίδευσης γιατρών. Αυτό ισοδυναμεί με δραστηριότητες περίπου 30 κλινικών, που σημαίνει χώρους για 150 ακόμη ειδικευόμενους το χρόνο. Όταν το κράτος (τα ταμεία) εμπιστεύονται σ’ ένα ιδιωτικό ίδρυμα εκατοντάδες ασθενών το χρόνο για εγχειρήσεις καρδιάς και δίνουν τα σχετικά «πακέτα» αμοιβών, είναι ευνόητο πως μπορεί να εμπιστεύεται και να απαιτεί για κάποιο διάστημα εκπαίδευση γιατρών από ένα πρόγραμμα Κρατικού νοσοκομείου. Έτσι αποσυμφορείται το νοσοκομείο και αυξάνουν οι θέσεις του προγράμματος. Το ίδιο ισχύει για Μαιευτήρια, Ψυχιατρικές κλινικές, Ορθοπεδικές μονάδες κ.ά. Εξυπακούεται πως χρειάζεται μελέτη, μηχανισμός ελέγχου και θεσμική θωράκιση. Με πρότυπο αυτό που ήδη από πολλά χρόνια γίνεται σε άλλες χώρες. Ας το τολμήσουμε με θάρρος και υπευθυνότητα.


Είναι αυτονόητο πως κάθε άποψη έχει και αντίλογο. Είμαι πρόθυμος να απαντήσω σε κάθε τι που μπορώ.

Το κείμενο δεν γράφτηκε για κριτική γενική ή προσωπική. Ως δάσκαλος για πάνω από 3 δεκαετίες νοιώθω τον πόνο και την αγωνία  πως ένα μεγάλο αγαθό που είναι η εκπαίδευση των νέων συναδέλφων και αφορά το μέλλον της κοινωνίας, έχει αφεθεί να χάνεται από μη υπεύθυνος χειρισμούς.   

Γιατί αν οι Ιατρικές Σχολές μας προσφέρουν ένα σοβαρό έργο με την προπτυχιακή εκπαίδευση, τα Νοσοκομεία έχουν επίσης μεγάλη αποστολή για τις ειδικότητες και μάλιστα πιο προσανατολισμένη.
 
Διονύσης Κ. Βώρος
Καθηγητής Χειρουργικής
Πανεπιστημίου Αθηνών
Αρεταίειο Νοσοκομείο
 


 

5. Συνέντευξη με τον γιατρό κ.Σπύρο Γούλα. 
     Τεύχος: Ιανουάριος 2015 


 

Το πρόσωπο που επιλέχθηκε αυτή τη φορά  δεν είναι σύμφωνα με τα μέχρι τώρα κρατούντα ένας ακόμη συνάδελφος Γαστρεντερολόγος υπηρετεί όμως πιστά για πάρα πολλά χρόνια με συνέπεια τη Χειρουργική και το Πανεπιστήμιο. Διετέλεσε και μέλος της συντακτικής επιτροπής του περιοδικού της Ελληνικής Γαστρεντερολογικής Εταιρείας. Πρόκειται για το σεβαστό και αγαπητό καθηγητή Διονύσιο Βώρο, πολύ γνωστό στη Γαστρεντερολογική κοινότητα καθώς εργάστηκε για παρά πολλά χρόνια στο Πανεπιστημιακό Νοσοκομείο Αρεταίειο,  και  έχει ιδιαίτερα ασχοληθεί με θέματα του γνωστικού αντικειμένου της ειδικότητος μας. Αν και απόφοιτος της Ιατρικής Αθηνών δεν είχα την τύχη να  τον γνωρίσω κατά τη διάρκεια των σπουδών μου ωστόσο είχα από τότε πληροφορηθεί από φίλους συμφοιτητές για την ποιότητα του Δασκάλου. Πρόσφατες συγκυρίες μου έδωσαν την ευκαιρία να τον γνωρίσω προσωπικά και να επιβεβαιώσω την εικόνα που μου είχαν μεταφέρει . Ξέρω ότι με τις γραμμές αυτές ο ίδιος λόγω ιδιοσυγκρασίας δεν θα αισθάνεται ιδιαίτερα βολικά, ωστόσο είμαι σίγουρος ότι θα με συγχωρήσει. Θα ξεκινήσω με κάποια στοιχεία από το βιογραφικό του:  
        
Ο Διονύσιος Βώρος γεννήθηκε στην Κεφαλονιά και αποφοίτησε από την Ιατρική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών. Ειδικεύτηκε στη Γενική Χειρουργική στη Β’ Πανεπιστημιακή Χειρουργική Κλινική στο Αρεταίειο Νοσοκομείο. Απέκτησε τον τίτλο ειδικότητος το 1978 και την ίδια χρονιά αναγορεύτηκε Διδάκτωρ του Πανεπιστημίου Αθηνών. Μετεκπαιδεύτηκε επί δύο έτη (1980-1981) στο Πανεπιστήμιο Tulane της Νέας Ορλεάνης, ΗΠΑ όπου ασχολήθηκε ιδιαίτερα με την αντιμετώπιση των χειρουργικών λοιμώξεων, των πολυτραυματιών και των ασθενών με πυλαία υπέρταση.
 


Μετά την επιστροφή του και μέχρι πρόσφατα εργαζόταν στη Β’ Πανεπιστημιακή Χειρουργική Κλινική στο Αρεταίειο Νοσοκομείο όπου εξελίχθηκε σε όλες τις βαθμίδες της ακαδημαϊκής ιεραρχίας. Εξελέγη Καθηγητής Α’ βαθμίδος το 2007 και Διευθυντής της Κλινικής(2008-2014).
 
Το εκπαιδευτικό του έργο είναι πλούσιο καθώς αφορά στην εκπαίδευση προπτυχιακών φοιτητών της Ιατρικής Σχολής καθώς και ειδικευόμενων Χειρουργικής στο Αρεταίειο Νοσοκομείο. Εδίδαξε δύο κατ επιλογήν μαθήματα τις Χειρουργικές λοιμώξεις και τη Χειρουργική Ογκολογία στα πλαίσια του μαθήματος Ογκολογίας.
 
Έγραψε ή επιμελήθηκε πολλά διδακτικά βιβλία που διδάχθηκαν και διδάσκονται σε όλες τις Ιατρικές Σχολές της χώρας.
 
Το κλινικό του έργο αφορά ιδιαίτερα σε ορισμένους τομείς όπως η πυλαία υπέρταση και ο  ασκίτης, ο εχινόκοκκος, οι χειρουργικές λοιμώξεις, οι σηπτικές επιπλοκές στη Χειρουργική,η εντατική θεραπεία και η Χειρουργική Ογκολογία (σαρκώματα μαλακών μορίων).Εφάρμοσε με επιτυχία επεμβάσεις πρωτοποριακές για τη χώρα μας όπως η επέμβαση Sugiura για την αντιμετώπιση της κιρσορραγίας, επεμβάσεις αντιμετώπισης του ανθεκτικού ασκίτη,διαδερμική παροχέτευση ενδοκοιλιακών αποστημάτων, ολική καψεκτομή (cystopericystectomy) για εχινόκοκκο ήπατος, τεχνικές «ανοικτής κοιλιάς» και εγχειρητική σαρκωμάτων. Για τα θέματα αυτά υπάρχουν ενδιαφέρουσες μελέτες του στη διεθνή βιβλιογραφία.
 


Το ερευνητικό του έργο περιλαμβάνει δεκάδες δημοσιεύσεις σε ξένα και ελληνικά περιοδικά, ανακοινώσεις σε συνέδρια, ομιλίες σε Σεμινάρια, Συνέδρια και Επιστημονικές Ημερίδες. Έχει επιβλέψει, καθοδηγήσει και καθοδηγεί περί τις 25 διδακτορικές διατριβές. Σε διοικητικό – ακαδημαϊκό επίπεδο έχει διατελέσει μέλος της Συγκλήτου,Αναπληρωτής Πρόεδρος της Ιατρικής Σχολής και Πρόεδρος των Πανεπιστημιακών Νοσοκομείων Αρεταίειο και Αιγινήτειο.
 
Τέλος  ήταν Πρόεδρος Οργανωτικής Επιτροπής Συνεδρίων, υπεύθυνος του εκπαιδευτικού προγράμματος της Ευρωπαϊκής Εταιρείας χειρουργικών λοιμώξεων, εκπρόσωπος (2002-2010) και μέλος του ΔΣ της Διεθνούς Χειρουργικής Εταιρείας (2009-2013).          
 
///////////////////////////////////////////////////////////////////////////////////////////////////////////////////////////////////////////


Ακολουθεί το κείμενο συνέντευξης που έγινε κυριολεκτικά Πρόσωπο με Πρόσωπο με τον Καθηγητή Χειρουργικής Διονύσιο Βώρο.
 
- Γιατί επιλέξατε να ειδικευτείτε στη Γενική Χειρουργική; 
Oι κύριοι λόγοι για την επιλογή μου ήταν η αμεσότητα του αποτελέσματος των χειρουργικών επεμβάσεων και ο τόπος που μεγάλωσα, επειδή υπήρχε η παράδοση πολλών μεγάλων χειρουργών του αιώνα που πέρασε.
 
- Ποια νομίζετε είναι τα προσόντα που πρέπει να διαθέτει χειρουργός;
Δεν απαιτείται ικανότητα δεξιοτήτων καθώς αυτή αποκτάται με το χρόνο. Οι φυσικές ικανότητες του καθενός και η συγκρότησή του παίζουν ρόλο όπως για κάθε εργασία. Το αναγκαίο είναι να αποδέχεται πώς πρόκειται για εργασία απαιτητική και θα έλεγα δεσμευτική, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι ακυρώνει την καθημερινή ζωή.
 


- Πως κρίνετε το επίπεδο της εκπαίδευσης κατά την ειδικότητά της Χειρουργικής σήμερα στη χώρα μας;
Είναι κατά την άποψη μου χαμηλότερο του απαιτούμενου και αυτού που επιτρέπουν οι υπάρχουσες υποδομές και δυνατότητες. Η ευθύνη είναι δική μας και του συστήματος γιατί αδικούμε με τη στάση μας τους Γιατρούς που προσπαθούν και έχουν διάθεση.
 
- Και εκείνο της Γενικής Χειρουργική συνολικά;
Υπάρχουν πολλοί καλοί Γιατροί και Μονάδες, λείπει όμως ο συντονισμός και ο προγραμματισμός για να υπάρχει αποτέλεσμα.
 


- Όσον αφορά στην επιλογή Νοσοκομείου για τη λήψη ειδικότητος, με βάση και την εμπειρία σας στο χώρο τι θα συμβουλεύατε το νέο γιατρό: ειδικότητα σε Πανεπιστημιακή η σε Κλινική του ΕΣΥ;
Το ουσιαστικό κριτήριο πρέπει να είναι το επίπεδο και το κλίμα της Κλινικής. Τόσο στο Πανεπιστήμιο όσο και στα άλλα Νοσοκομεία υπάρχουν αξιόλογες Μονάδες και είναι τελικά θέμα επιλογής του ενδιαφερόμενου που συναρτάται και με τις μελλοντικές του επιλογές.

 
- Υπήρξατε επί μακρόν μέλος της Επιτροπής για τις ιατρικές ειδικότητες η οποία έχει επεξεργαστεί ένα σχέδιο που καλύπτει το θέμα σε όλες του τις διαστάσεις (εκπαιδευτικά κέντρα, προϋποθέσεις, αξιολόγηση, rotation, εξετάσεις για έναρξη κλπ) Θέλετε να μας μιλήσετε αναλυτικά για το σχέδιο αυτό και ποια είναι η τύχη του;
Το πρόγραμμα για τις ειδικότητες είναι πολύ σοβαρό γιατί η φάση αυτή είναι η καθοριστική εκπαίδευση του γιατρού για τη δουλειά που θα κάνει. Στη  χώρα μας άρχισε η πρώτη ουσιαστική προσπάθεια το 1995 με πρωτοβουλία του τότε Υπουργού Υγείας κ. Δ. Κρεμαστινού και συγκροτήθηκε η προβλεπόμενη από το νόμο Επιτροπή Εκπαίδευσης του ΚΕΣΥ υπό την προεδρία του Καθηγητή κ. Η. Λαμπίρη. Συμμετείχα σ’ αυτή για 5 χρόνια και γνωρίζω τις λεπτομέρειες από τότε μέχρι σήμερα. Η Επιτροπή με τη συνεργασία όλων των Εταιριών που αντιπροσώπευαν ειδικότητες και όλων των αρμόδιων φορέων κατέληξαν σε πρόταση-σχέδιο νόμου, συνοδευόμενο από δύο τόμους με το περιεχόμενο των ειδικοτήτων σύμφωνα με την Ευρωπαϊκή πραγματικότητα και τις δυνατότητες της χώρας μας. Το σχέδιο αυτό πήγε το 2004 στην προπαρασκευαστική  Επιτροπή της Βουλής αλλά δεν προχώρησε γιατί η Βουλή έκλεισε εν όψει εκλογών!... Παρ’ ότι πολλοί Υπουργοί Υγείας ήταν Γιατροί και Καθηγητές των Ιατρικών Σχολών, το σχέδιο έχει μείνει για 20 χρόνια στα γραφεία. Να σημειωθεί ότι κανένας αρμόδιος φορέας δεν διατύπωσε αρνητική–απορριπτική  θέση γι’ αυτό το σχέδιο νόμου ούτε κανείς κατέθεσε άλλο. Το αιτιολογικό πως κατά καιρούς αντέδρασαν ομάδες Φοιτητών της Ιατρικής (για το ενδεχόμενο εξετάσεων) είναι μόνο πρόσχημα.Το νομοσχέδιο μεταξύ άλλων προβλέπει: Αναβάθμιση των Μονάδων ειδίκευσης,Συνεργασία Νοσοκομείων, Περιεχόμενο της κάθε ειδικότητας, Ποσοστό πράξεων από Ειδικευόμενους, Βιβλιάριο Εκπαίδευσης, Έλεγχο του Προγράμματος, Επιλογή Υποψηφίων (εξετάσεις). Είναι ειρωνικό ότι αυτό το θέμα έμεινε στα χαρτιά γιατί η υποδομή που έχουμε και το προσωπικό που την στελεχώνει, μπορεί να δώσει πολύ καλλίτερη εκπαίδευση αν υπάρξει οργάνωση. Είναι νομίζω ο κύριος λόγος που τα τελευταία χρόνια ο αριθμός των γιατρών που φεύγουν για ειδικότητα σε άλλες χώρες έχει ξεπεράσει κάθε προηγούμενο (από την Ιατρική Αθηνών εκτιμάται το 50%). Για  το πρόβλημα έχω γράψει εκτενές άρθρο στην εφημερίδα το «ΘΕΜΑ» στις 17 Φεβρουαρίου 2013 (Το δράμα με τις ειδικότητες. Δ. Βώρος).
Ας ελπίζουμε και ας προσπαθήσουμε όλοι, έστω και τόσο αργά, να το υλοποιήσουμε. Το χρωστάμε στους νέους συναδέλφους μας που θέλουν να προσπαθήσουν για την καλλίτερη εκπαίδευσή τους.
 


 - Υπάρχει κατά τη γνώμη σας αντικείμενο συζήτησης για εξειδικεύσεις,ειδικά Κέντρα και Μονάδες στα Νοσοκομεία μας και αν ναι πως τεκμηριώνεται η ανάγκη;
Οι εξειδικεύσεις  μέσα στα πλαίσια της κάθε ειδικότητας είναι πλέον μία επιτακτική ανάγκη. Την επιβάλει η εξέλιξη της Ιατρικής. Είναι πραγματικότητα ότι για παράδειγμα ο Χειρουργός, ο Ακτινολόγος,ο Γυναικολόγος δεν μπορεί να μάθει και να ασκήσει στην πράξη όλο το περιεχόμενο  που περιλαμβάνει η ειδικότητά του όπως συνέβαινε πριν 30 χρόνια (και το ίδιο ισχύει για τις περισσότερες ειδικότητες). Στις προηγμένες χώρες η εξειδίκευση είναι πραγματικότητα πάνω από το επίπεδο της δευτεροβάθμιας αντιμετώπισης. Στη χώρα μας πρέπει άμεσα να γίνει αποδεκτό και να δρομολογηθεί σωστά πριν το επιβάλει η καθημερινή αναγκαιότητα (γιατί τότε θα είναι χωρίς κανόνες). Ήδη και οι ασθενείς γνωρίζουν πως δεν μπορεί για παράδειγμα ο νέος Χειρουργός να έχει μάθει και εγχειρήσεις του θυρεοειδούς και επεμβάσεις για καρκίνο του ορθού.Ούτε ο Γυναικολόγος για τεχνητή γονιμοποίηση και για καρκίνο ωοθηκών. Και ήδη υπάρχουν πολλοί νέοι γιατροί μας που έχουν εξειδικευθεί από τις μετεκπαιδεύσεις τους.
Οι λόγοι που  υπαγορεύουν άμεσα τις εξειδικεύσεις οδηγούν εύλογα στην ανάγκη δημιουργίας και λειτουργίας ειδικών μονάδων, ίσως σε πρώτη φάση μέσα στα πλαίσια λειτουργίας των κλινικών και εργαστηρίων, αλλά επίσημα κατοχυρωμένες στα μεγάλα τριτοβάθμια νοσοκομεία μας.Όπως ανάφερα παραπάνω εξειδικευμένοι γιατροί υπάρχουν ήδη και όσο περνάει ο χρόνος θα' ναι περισσότεροι. Αρκετές δεκάδες νοσοκομείων της χώρας μας(τριτοβάθμια νοσοκομεία άνω των 400 κλινών) έχουν και εξειδικευμένους γιατρούς και υποδομές και τον απαραίτητο αριθμό ασθενών για να γίνει αυτό. Εξυπακούεται πως δεν μπορεί να έχουν όλα τα νοσοκομεία όλες τις ειδικές μονάδες. Αυτό πρέπει να ορισθεί ανάλογα με τη στελέχωση και την υποδομή του κάθε ιδρύματος και τον αριθμό των ασθενών με το συγκεκριμένο πρόβλημα που για διάφορους λόγους(χωροταξικούς ή άλλους) ήδη διακινούν. Οι ειδικές μονάδες θα προσφέρουν α)καλλίτερο επίπεδο αντιμετώπισης των ασθενών β) καλλίτερες συνθήκες κλινικών και άλλων μελετών (έρευνα) γ) οικονομία για το νοσοκομείο και δ) το κυριότερο,δυνατότητα εκπαίδευσης των νέων γιατρών, τόσο στη φάση της ειδικότητας με επιλεκτικό από τους ίδιους rotationόσο και μετά την ειδικότητα για απόκτηση ουσιαστικής και τυπικής εξειδίκευσης.Αυτά έχουν ήδη γίνει σε όλο τον προηγμένο κόσμο και δεν χρειάζεται να επινοήσουμε δικούς μας τρόπους υλοποίησης και οργάνωσης και δεν χρειάζονται χρήματα.
 


- Χορήγηση ειδικότητας από Ιδιωτικές κλινικές: θα το αποδεχόσαστε και αν ναι με ποιους όρους και προϋποθέσεις;
Είναι ωφέλιμο να χρησιμοποιηθούν και τα μεγάλα Ιδιωτικά νοσοκομεία για μέρος του χρόνου ειδικότητας των γιατρών μας γιατί θα βοηθήσει την καλλίτερη εκπαίδευσή τους. Όσο περισσότερες υποδομές και αριθμό ασθενών έχουμε διαθέσιμους για την άσκηση των γιατρών, τόσο καλλίτερη εκπαίδευση θα γίνει. Το 2006 εσυντόνισα στο Πανελλήνιο Συνέδριο της Χειρουργικής, στρογγυλό τραπέζι για την εκπαίδευση των Χειρουργών στη φάση της ειδικότητας και θεωρήθηκε σημαντικό ώστε να παρουσιασθεί ολόκληρο στην Εφημερίδα της πρώτης μέρας του συνεδρίου. Επειδή αναφερθήκαμε και στον επικουρικό ρόλο που μπορούν να παίζουν τα Ιδιωτικά νοσοκομεία είχαμε βρει επίσημα πως ο αριθμός των εγχειρήσεων που έγιναν το 2005 στα Ιδιωτικά νοσοκομεία της χώρας ήταν 35-40.000. Σημειώνεται ότι πολλοί απ’αυτούς τους «ιδιωτικούς ασθενείς» φθάνουν εκεί επειδή δεν υπάρχει ο χώρος του κρατικού συστήματος, με «πακέτα» των ασφαλιστικών ταμείων της κοινωνίας μας(καρδιοχειρουργική, Ορθοπεδική κ.ά). Ο τρόπος με τον οποίο μπορεί να γίνει αυτό, δεν χρειάζεται αυτοσχεδιασμούς αλλά αποδοχή αυτού που γίνεται από πολλά χρόνια σε πολλές προηγμένες χώρες. Θα χρειασθεί μία σοβαρή διαπραγμάτευση  και συμφωνία μεταξύ του Υπ. Υγείας και των Ιδιωτικών νοσοκομείων με δεσμευτικούς όρους όχι μόνο για τη μισθοδοσία τους στη φάση εκείνη αλλά κύρια για την υποχρέωση της εκπαίδευσης τους. Και βέβαια η παρακολούθηση του προγράμματος θα γίνεται από τις κρατικές μονάδες απ’ όπου θα προέρχονται οι ειδικευόμενοι και θα έχουν την θεσμική ευθύνη της ολοκλήρωσης της ειδικότητας. Και θα' ναι τελικά μία αξιοποίηση ωφέλιμη για όλους.  


Μια οδυνηρή πραγματικότητα που εντάθηκε τελευταία είναι η φυγή των νέων Ελλήνων Ιατρών για ειδικότητα στο εξωτερικό, πως το σχολιάζετε και αν υπάρχει τρόπος ανάσχεσης του φαινομένου αυτού…
Η φυγή προς άλλες χώρες για ειδικότητα είπα και παραπάνω πως έχει φθάσει σε πρωτοφανές ποσοστό. Έχω μιλήσει με πολλούς που υπήρξαν μαθητές μου και έχω διαπιστώσει πως η πλειοψηφία τους ήταν πολύ καλοί έως  άριστοι σαν φοιτητές. Και το κύριο αίτιο που τους ωθεί να φύγουν είναι η έλλειψη προγράμματος για τις ειδικότητες (με τις συνέπειες που έχουν αναφερθεί) και η λίστα αναμονής που τους απογοητεύει σ’αυτή τη φάση της ηλικίας τους. Είναι απώλεια κοινωνικού αγαθού γιατί αποτελούν σύνολο ατόμων στα οποία η κοινωνία έχει ήδη επενδύσει από την οικογένεια μέχρι το όποιο σύστημα δημόσιας παιδείας διαθέτουμε. Και φεύγουν στη φάση που θα αναμενόταν να προσφέρουν  και αυτοί και βέβαια πολλοί λίγοι θα γυρίσουν πίσω. Πρόκειται για δράμα που θα έπρεπε όλοι οι υπεύθυνοι φορείς και παράγοντες να είχαν από καιρό φροντίσει αφού οι λόγοι είναι γνωστοί. Ας ελπίζουμε να αισθανθούν την βαρειά ευθύνη τους έστω και τώρα.Σε μια στιγμή  που η χώρα βουλιάζει από τα λάθη και τις συναλλαγές, αφήνουμε να φεύγουν οι γενιές που θα μπορούσαν να την ανασυγκροτήσουν.


- Εργαστήκατε επί μακρόν στο χώρο του Πανεπιστημίου, ποια είναι τα βιώματα σας από αυτή την πορεία;
Το Πανεπιστήμιο είναι ένας χώρος προνομιακός για όσους νιώθουν και τους εκφράζει η αξία της διδασκαλίας στους φοιτητές. Ο Πανεπιστημιακός Δάσκαλος έχει πολλά περιθώρια να διδάξει τους νέους γιατρούς στο ξεκίνημα, να τους καθοδηγήσει για το πώς μαθαίνεται η Ιατρική και να τους εμπνεύσει για το τι σημαίνει η άσκησή της. Είναι καθοριστική η ηλικία των φοιτητών και συνεπώς ο επηρεασμός τους από σωστά παραδείγματα μεγάλος. Όλοι θυμόμαστε κάποιους Δασκάλους μας που απετέλεσαν υποδείγματα για εμάς.


- Τα τελευταία χρόνια της μεγάλης κρίσης εργαστήκατε ως Καθηγητής και Διευθυντής της Πανεπιστημιακής Χειρουργικής Κλινικής του Αρεταίειου Νοσοκομείου. Μιλήστε μας για την περίοδο αυτή για το έργο, τις δραστηριότητες της Κλινικής και την προσπάθεια να διατηρήσετε την ποιότητα των παρεχόμενων υπηρεσιών σε μια περίοδο λιτότητας και διαρκώς μειούμενων διαθέσιμων πόρων.
Την περίοδο αυτή, εκτός από την ευθύνη της Χειρουργικής Κλινικής,είχα και διοικητικές αρμοδιότητες στο Νοσοκομείο και μάλιστα είχα για δεύτερη φορά τη διοικητική ευθύνη και των δύο Πανεπιστημιακών Νοσοκομείων Αρεταιείου και Αιγινητείου σύμφωνα με τον Πανεπιστημιακό Νόμο. Με τη βοήθεια και των συναδέλφων μου κρατήσαμε τη λειτουργία της Κλινικής σε όλα τα επίπεδα όπως ταιριάζει στην ιστορία της. Για τα τεράστια προβλήματα ελλείψεων προσωπικού είχα την τύχη να ανταποκριθούν σε σχετικό αίτημά μου αρκετοί εύποροι άνθρωποι,προερχόμενοι κυρίως από οικογένειες ασθενών μας και άλλοι φορείς ώστε με τα χρήματά τους να είμαστε σε θέση να έχουμε νοσηλευτές για το ένα τρίτο της Χειρουργικής Κλινικής για πέντε χρόνια.. Θέλω με την ευκαιρία που μου δίνετε να τους ευχαριστήσω και από αυτή τη θέση…


- Το Νοσοκομείο σας είναι διαθέσιμο για νοσηλεία απόρων συμπολιτών μας μιας ομάδας ανθρώπων που όλοι γνωρίζουμε ότι αντιμετωπίζουν σημαντικό πρόβλημα πρόσβασης σε υπηρεσίες Υγείας τα τελευταία χρόνια της κρίσης. Πως έγινε κάτι τέτοιο εφικτό σε μια περίοδο που βλέπουν το φως της δημοσιότητας περιπτώσεις ασθενών με τεράστιες δυσκολίες η και αδυναμία πρόσβασης;
Καταφέραμε με πολύ αγώνα να αναδείξουμε ένα Κληροδότημα της Ζαχαρούλας Ζαΐμη που ήταν επί πολλά χρόνια αναξιοποίητο από το Πανεπιστήμιο Αθηνών και η Σύγκλητος έκανε δεκτό το αίτημά μας να χρησιμοποιηθεί αυτή η δωρεά για τη Χειρουργική Κλινική του Αρεταιείου, που ήταν και το πνεύμα της δωρήτριας. Η προσπάθεια μου αυτή χρειάσθηκε πέντε χρόνια .
 
- Θέλω τώρα να μας δώσετε ένα πορτραίτο του εαυτού σας στον ελεύθερο χρόνο του, εκτός Ιατρικής…
Εκτός από τα καθημερινά που είναι για κάθε άνθρωπο μου αρέσει το διάβασμα για κοινωνικά θέματα και η λογοτεχνία που έχει σχέση με αυτά.
 
- Aν σήμερα ξεκινούσατε τη σταδιοδρομία σας θα κάνατε κάτι διαφορετικό;
Θα έκανα τις ίδιες επιλογές, όχι μόνο για τα επιστημονικά και τα εκπαιδευτικά θέματα, αλλά και για τις επιλογές στάσης που είχα στο Πανεπιστήμιο σε όλη μου τη θητεία, και τις οποίες πρέπει να σας πω ότι πλήρωσα πολύ, αλλά δεν μετάνιωσα αφού με εξέφραζαν.
 
- Με την εμπειρία δεκαετιών στη Χειρουργική Επιστήμη και το Πανεπιστήμιο τι θα συμβουλεύατε τον σημερινό απόφοιτο της Ιατρικής Σχολής; 
Να επιλέξει μια ειδικότητα που να του αρέσει γιατί είναι επιλογή ζωής που δεν αλλάζει και να νιώθει ότι η Ιατρική παρά τις δυσκολίες της θα του δώσει τόσες χαρές όσο ο ίδιος την αγαπήσει και προσπαθήσει.


- Θέλω σε αυτό το σημείο κλείνοντας αυτή τη γόνιμη συζήτηση να σας ρωτήσω να μου περιγράψετε  την καλύτερη και τη χειρότερη φάση της Ιατρικής και Ακαδημαϊκής σας ζωής….
Η χειρότερη περίοδος ήταν όταν εβίωσα ότι ορισμένοι καθηγητές της Ιατρικής Σχολής, επειδή το κλίμα και οι συγκυρίες τους το επέτρεπαν με καταδίωξαν με τους χειρότερους τρόπους και μεθοδεύσεις για τις απόψεις και τις θέσεις μου για τα Ακαδημαϊκά προβλήματα του χώρου, αντί να είχαν αναγνωρίσει τις προσπάθειές μου. Και η καλύτερη όταν με πολύ επιμονή μπόρεσα να τους αντιμετωπίσω σε όλα τα επίπεδα μέχρι σημείου ταπείνωσής τους. 

Διονύσης Κ. Βώρος
Καθηγητής Χειρουργικής Πανεπιστημίου Αθηνών 
 
  

6. Στη μνήμη του. 
   ΣΤΕΛΙΟΣ ΚΑΤΣΑΡΑΓΑΚΗΣ (1951-2016)  
   Ο Αγωνιστής της Ζωής και της Ιατρικής. 

 

Στις 21 Αυγούστου έφυγε πρόωρα από τη ζωή ο αγαπητός συνάδελφος και φίλος Καθηγητής της Χειρουργικής Στέλιος Κατσαραγάκης μετά από πολύχρονη μάχη με τον καρκίνο και μεγάλη ταλαιπωρία των τελευταίων μηνών. Επάλεψε και με την αρρώστια όπως πάλεψε για όλα στη ζωή του. Σ’ αυτό τον άνισο αγώνα για να ζήσει του συμπαραστάθηκαν, εκτός από την οικογένειά του,πολλοί συνάδελφοι, φίλοι και μαθητές του, αλλά πρέπει να σημειωθεί πως ο συνάδελφός μας Χειρουργός Δημήτρης Θεοδώρου στάθηκε δίπλα του σαν να ήταν ο νεότερος αδελφός του και του αξίζει κάθε έπαινος γι’ αυτό.


Εγνώρισα τον Στέλιο το 1986 που ήλθε στο Αρεταίειο για ειδικότητα και επειδή η σχέση μας έγινε στενά φιλική εβίωσα όλη την πορεία του μέχρι το τέλος και συνεργάσθηκα μαζί του για πολλά πράγματα διαχρονικά.
Γεννημένος και μεγαλωμένος στο Ρέθυμνο, εσπούδασε Ιατρική στην Ιταλία όπως πολλοί νέοι από την χώρα μας εκείνα τα χρόνια. Μετά την ειδικότητα στο Αρεταίειο εκλέχθηκε το 1992 Λέκτορας στην Δ’ Χειρουργική Κλινική της Σχολής μας που ήταν τότε στο Νοσοκομείο της Νίκαιας και το 1997 μετακινήθηκε στην Πανεπιστημιακή Κλινική του Ιπποκράτειου μαζί με τον Καθηγητή Γεώργιο Ανδρουλάκη. Εκτός από τη Χειρουργική πήρε την εξειδίκευση του Χειρουργού Εντατικολόγου από την περίοδο της Νίκαιας. Λειτούργησε αντίστοιχη Μονάδα στο Ιπποκράτειο Νοσοκομείο και μέσα από αυτή την δραστηριότητα ασχολήθηκε πολύ με το πεδίο του Τραύματος που έμελλε να σφραγίσει την πορεία του ως Γιατρού, Δασκάλου και Κοινωνικά υπεύθυνου ανθρώπου.


Ο Στέλιος από την νεανική του ηλικία αναδείχθηκε σε αγωνιστή της ζωής  και της κοινωνίας. Εσπούδασε σε συνθήκες δύσκολες αυτό που αγάπησε και συμμετείχε πολύ ενεργά στα κοινωνικά κινήματα της εποχής εκείνης που είχαν σαν όραμα ‘‘Να αλλάξει ο κόσμος’’. Ο κόσμος δεν άλλαξε . Ίσως κοινωνικά πολλά πράγματα να πήγαν και προς τα πίσω. Αλλά το σημαντικό είναι πως και ο Στέλιος  δεν άλλαξε. Μετέφερε την αγωνιστικότητά του στην Ιατρική, στην Χειρουργική, στο Πανεπιστήμιο, στη Διδασκαλία των νέων και με επίκεντρο στην πορεία του χρόνου το Τραύμα.
Πιστεύω προσωπικά, από τις πολλές ευκαιρίες συζήτησης  και συνεργασίας μαζί του, πως η ιδιαίτερη ενασχόληση του με το Τραύμα δεν ήταν αποτέλεσμα συγκυριών του Νοσοκομείου της Νίκαιας και της ανάδειξης εκείνα τα χρόνια του προβλήματος στην χώρα μας.Νομίζω πως είχε από μέσα του ανθρώπινη, κοινωνική και ιδεολογική θα έλεγα αφετηρία για τους άδικους θανάτους τόσων ανθρώπων που πολλοί ήταν και νέοι, όχι από αρρώστιες αλλά από προβλήματα που μπορούν να διορθωθούν  και να αντιμετωπιστούν. Ήταν πρόκληση για προσπάθεια τύπου αγώνα.
Ήταν ηρωική η προσπάθεια του Στέλιου για τη δημιουργία των Μονάδων του τραύματος στην Νίκαια και στο Ιπποκράτειο.Ήταν Ιδρυτικό Μέλος της Εταιρείας Τραύματος που έφθασε να εκδώσει και περιοδικό. Οργάνωσε προπτυχιακό πρόγραμμα διδασκαλίας του αντικειμένου και πάρα πολλά μετεκπαιδευτικά προγράμματα, συνέδρια και ημερίδες σε όλη την χώρα. Έκανε προσπάθεια στατιστικής  μελέτης του προβλήματος στη χώρα μας. Συμμετείχε από χρόνια στην οργάνωση και διδασκαλία  του καθιερωμένου διεθνούς προγράμματος ATLS και των εξελίξεών του. Οι περισσότερες από τις 25 διδακτορικές διατριβές που ήταν υπεύθυνος για νέους συναδέλφους αφορούσαν προβλήματα σχετικά με το τραύμα.


Και τέλος η πορεία του ως Γιατρού σφραγίσθηκε από την προσπάθεια για την ίδρυση Κλινικής Τραύματος στα πλαίσια της Ιατρικής Σχολής της Αθήνας. Ήταν πεποίθησή του και πίστη του πως αυτό θα βοηθούσε όχι μόνο την εκπαίδευση αλλά την οργάνωση της αντιμετώπισης του τραύματος στο λεκανοπέδιο της Αττικής. Αφιέρωσε σ’ αυτό το σκοπό τα 5 τελευταία χρόνια. Η Ιατρική Σχολή και το Πανεπιστήμιο συμμερίσθηκαν την αγωνιώδη προσπάθειά του και έφθασαν μέχρι εκεί που μπορούσαν. Ιδρύθηκε Κλινική  ,του ανατέθηκε η Διεύθυνσή της, εγκρίθηκε ο κανονισμός λειτουργίας που ο ίδιος με πολύ επιμέλεια έφτιαξε αλλά έμεινε το μεγάλο βήμα της εγκατάστασης σε Δημόσιο Νοσοκομείο που ήταν αρμοδιότητα  του Υπουργείου Υγείας.
Σ'αυτό η πολιτεία έδειξε ολιγωρία παρότι ήταν δική της ευθύνη γιατί το θέμα έχει μεγάλη κοινωνική διάσταση για την διάσωση ανθρώπων που χάνονται άδικα. Ευχή είναι κάποια ώρα να γίνει πραγματικότητα .Κι αν γίνει να θυμηθούν όσοι θα είναι αρμόδιοι να δώσουν το όνομά του. Για ηθική δικαίωση του αγώνα του και παράδειγμα μνήμης για τους επερχόμενους.


Αλλά ανεξάρτητα απ΄ αυτό,
Όλοι όσοι γνωρίσαμε τον Στέλιο θα τον θυμόμαστε σαν τον Αγωνιστή της Ζωής ,της Ιατρικής και της Εκπαίδευσης.
 
Ο φίλος του
 
Διονύσης Κ. Βώρος
Ομότιμος Καθηγητής Χειρουργικής Πανεπιστημίου Αθηνών 
 
 
  

7. Η ψήφος στα 17 και οι Μαθητές του Λυκείου. 
Δημοσίευση στην εφημερίδα ''Το Βήμα'', 11/9/2016 
 

Πριν από ένα μήνα η Βουλή ψήφισε να δοθεί ψήφος στους νέους των 17 ετών και τούτο να ισχύσει από τις επόμενες εκλογές. Το θέμα συζητήθηκε κοινωνικά και πολιτικά εντός και εκτός του κοινοβουλίου και από πολλά άτομα και φορείς πριν από την ψήφισή του. Δεν έχω τίποτα εγώ να καταθέσω περισσότερο για το ζήτημα στα γενικά του σημεία.
Υπάρχει όμως κατά την γνώμη μου μια σημαντική πτυχή που δεν συζητήθηκε. Οι νέοι των 17 ετών είναι κατά πολύ μεγάλο ποσοστό μαθητές της Γ΄ Τάξης του Λυκείου. Είναι περίπου 90.000 κάθε χρονιά και εύχομαι να’ ναι τα επόμενα χρόνια περισσότεροι. Αναφέρομαι για την Γ’ Λυκείου γιατί είναι μία φάση για τα παιδιά , τις οικογένειές τους και την κοινωνία όλη φυσικά, που τα περισσότερα κάνουν αγώνα για να κερδίσουν με κόπο μια επίδοση επιτυχίας για τα ανώτερα εκπαιδευτικά ιδρύματα που θα καθορίσει σε σημαντικό βαθμό την ζωή τους. Στη φάση αυτή όλοι προσπαθούν και πρέπει να προσπαθούν να μένουν τα παιδιά απερίσπαστα στην προσπάθειά τους. Δεν είναι το ίδιο με την φάση του Πανεπιστημίου, ένα χρόνο μετά, γιατί εκεί και τότε ο δρόμος τους  έχει ουσιαστικά χαραχθεί.


Ήδη σήμερα υπάρχει νόμος που ψηφίστηκε το 2000 που για τη διασφάλιση του απερίσκεπτου στη σχολική αίθουσα δεν επιτρέπει σε εκπροσώπους πολιτικών η και θρησκευτικών χώρων να εμφανιστούν για ομιλίες στα παιδιά παρά μόνο αν υπάρχει έγκριση από το Σύλλογο Διδασκόντων που σημαίνει πρακτικά πολύ ειδικές και μελετημένες εξαιρέσεις.

Διερωτώμαι αν ο νόμος που δίνει στα παιδιά το δικαίωμα συμμετοχής στην εκλογή κυβέρνησης, Ευρωβουλής και Δημάρχου της περιοχής, θα δίνει ο ίδιος με το γράμμα ή το πνεύμα του ή με ερμηνευτικές διατάξεις ή συμπληρωματικό νόμο από κάποια κυβέρνηση (που μπορεί να νομίζει ότι οι 17χρονοι είναι δικοί της),το δικαίωμα της πολιτικής ενημέρωσης των παιδιών σε χώρο του σχολείου. Εγώ που δεν είμαι ειδικός δεν μπορώ αυτά να τα γνωρίζω ή να τα προβλέψω. Αν όμως αυτό συμβεί, σημαίνει πως οι Υποψήφιοι Βουλευτές, Ευρωβουλευτές ή Δήμαρχοι(στατιστικά μια περίπου φορά το χρόνο) θα μπορούν να επισκεφθούν τα Λύκεια για ενημέρωση (τώρα μάλιστα που οι μεγαλύτεροι έχουν κουρασθεί από αυτό) στις ώρες ενδεχομένως των μαθημάτων. Αλλά και τα παιδιά κατά ομάδες, ανάλογα με τις απόψεις τους, να καλούν τους υποψήφιους πολιτικούς για να ενημερώσουν πολιτικά όλη την τάξη στις ώρες του σχολείου. Επίσης οι εφημερίδες και όλα τα πολιτικά έντυπα μπορεί να φτάνουν στην σχολική αίθουσα και στα θρανία ώστε να  βοηθούν στην καλύτερη ενημέρωση των ψηφοφόρων.Το ίδιο θα ισχύει και για τα πανό εν όψει εκλογών και ενδεχομένως για άλλες ενημερωτικές εκδηλώσεις. Ένα τέτοιο κλίμα δεν βοηθάει σε καμία περίπτωση το απερίσπαστο των παιδιών για την κρίσιμη προσπάθεια που καταβάλουν σ’ αυτή την φάση. Και όπως ανέφερα παραπάνω δεν είναι το ζήτημα συγκρίσιμο με το τι συμβαίνει μετά από ένα χρόνο στην φάση του Πανεπιστημίου.


Θα πει κανείς πως η ψήφος στα 17 έχει δοθεί από χρόνια και σε άλλες χώρες. Όμως σε άλλες χώρες το κλίμα που επικρατεί και στον χώρο του Πανεπιστημίου σχετικά με τα θέματα αυτά δεν έχει σχέση με αυτό που είναι στην χώρα μας. Εκεί οι εκλογές δεν επηρεάζουν το κλίμα του Ακαδημαϊκού χώρου. Σ’ εμάς για λόγους που είναι ιστορικά σεβαστοί,λόγοι κοινωνικής εξέλιξης και πορείας, λόγοι που είχαν σχέση με την ορθή έννοια του ‘‘ασύλου’’, αναγκαία σε πολλές φάσεις της Ιστορίας μας, τα πράγματα έχουν διαμορφωθεί διαφορετικά.

Ο λόγος που γράφω αυτό το κείμενο είναι η ελπίδα να προβληματισθούν αυτοί που έχουν την ευθύνη δηλαδή οι αρμόδιοι φορείς και οι κατά το Σύνταγμα εκπρόσωποί μας, που είναι οι πολιτικοί σχηματισμοί και να προστατεύσουν ή να θωρακίσουν τον χώρο του Σχολείου για τους μαθητές που σε αυτή την φάση δίνουν ένα ιδιαίτερο για το μέλλον τους αγώνα.


Θεωρώ αναγκαίο να διευκρινίσω πως διακατέχομαι από την άποψη πως η ενημέρωση, η πολιτικοποίηση, η συμμετοχή όλων στα κοινά και οι κοινωνικοί αγώνες και μάλιστα από νωρίς στην ζωή μας και ειδικά στους χώρους της Παιδείας, είναι περηφάνεια για τα άτομα και θησαυρός για την κοινωνία. Έτσι έπραξα και ο ίδιος στη πορεία μου και παρ’ ότι μου εστοίχισε πολύ δεν μετάνιωσα γιατί ήταν επιλογή και την εβίωσα ευχάριστα. Όμως στην φάση της Γ’ Λυκείου η προτεραιότητα είναι η αφοσίωση στην προσπάθεια για το καλό των παιδιών και της κοινωνίας που τα περιμένει.  

Διονύσης Κ. Βώρος
Ομότιμος Καθηγητής Χειρουργικής Πανεπιστημίου Αθηνών 


 

8. Η φυγή των νέων γιατρών από την Ελλάδα.
    Μια μεγάλη απώλεια κοινωνικού θησαυρού.
 
     Δημοσίευση άρθρου στην εφημερίδα  " Πρώτο Θέμα "  18.12.2016 


 

Ακολουθεί το κείμενο. 
 
Είναι πολύ γνωστό και έχει πάρει μεγάλη δημοσιότητα το γεγονός πως τα τελευταία 10 και περισσότερο τα τελευταία  5 χρόνια ο αριθμός των γιατρών, που φεύγουν από τη χώρα μας για το εξωτερικό προκειμένου να εργασθούν ή να κάνουν εκεί ειδικότητα είναι απίστευτα μεγάλος (σε σύγκριση με τις προηγούμενες 10ετίες).Το 2015 έφυγαν 1488 για εργασία και 402 για ειδικότητα. (Δημοσιεύματα στις εφημερίδες: ΤΟ ΒΗΜΑ 29/5/2016 και ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ 6/11/2016). Είναι σαφές πως η μεγάλη πλειοψηφία δεν θα επιστρέψει ποτέ γιατί είναι σε ηλικία που παίρνονται αποφάσεις ζωής: προσωπικές, οικογενειακές,εργασιακές, επιστημονικές κ.ά, που δεν αλλάζουν εύκολα. Πρόκειται για μια κοινωνική αιμορραγία και απώλεια εθνικού αγαθού. Γιατί στα άτομα αυτά έχει επενδύσει για πολλά χρόνια σπουδών η οικογένεια και η κοινωνία με τη δωρεάν παιδεία σε όλα τα επίπεδα, αφού όλοι οι πολίτες πληρώνουν γι’ αυτό. Και αναγκάζονται οι νέοι συνάδελφοι να φεύγουν σε φάσεις που ανέμεναν τη δικαίωση της προσπάθειας τους και του κόπου τους και η κοινωνία ανέμενε τις υπηρεσίες τους και μάλιστα στον ευαίσθητο τομέα της υγείας και της περίθαλψης των ασθενών. Αυτό το αγαθό της προόδου τους και της προσφοράς τους θα το πάρουν οι κοινωνίες που τους υποδέχονται.


Στο κείμενο τούτο προσπαθώ να αναδείξω τα αίτια αυτής της φυγής όσο μου είναι δυνατόν μετά από πολλά χρόνια άσκησης της Ιατρικής και προσωπικές εμπειρίες από πολλά δρώμενα στο χώρο του Πανεπιστημίου και του Υπουργείου Υγείας.
Για τους γιατρούς που έχουν κάνει και ειδικότητα και φεύγουν για να εργασθούν σε χώρους κρατικούς, ιδιωτικούς, πανεπιστημιακούς ή ερευνητικούς, δεν χρειάζεται κόπος για την αιτία. Έχουν να γίνουν διορισμοί στο ΕΣΥ και τα Πανεπιστήμια πάνω από 7 χρόνια. Σ’ αυτή την περίοδο οι κυβερνήσεις δεν υιοθέτησαν την αξία που υπαγορεύει πως η υγεία του κόσμου όπως και τα σχολεία αποτελούν προτεραιότητα ακόμη και στις περιόδους μεγάλης κρίσης. Από την άλλη πλευρά ο ιδιωτικός χώρος άσκησης της Ιατρικής, λόγω της οικονομικής κρίσης, δεν αφήνει περιθώρια για τους νέους γιατρούς που άλλοτε μπορούσαν να λειτουργήσουν.


Όσον αφορά τους νέους που αμέσως μετά το πτυχίο, φεύγουν για ειδικότητα στο εξωτερικό,αποτελούν πλέον το 34% του ετήσιου συνόλου των πτυχιούχων από της 7 Σχολές της χώρας μας. (από την Αθήνα εκτιμάται πως είναι περίπου το 50%). Εδώ το πρόβλημα θέλει περισσότερη ανάλυση. Είναι και εδώ ένα πρώτο αίτιο η οικονομική και κοινωνική κρίση που συνοδεύεται από την αβεβαιότητα του αύριο. Είναι το γεγονός πως οι νέοι άνθρωποι αντιλαμβάνονται πιο καλά από το παρελθόν την έκταση της αναξιοκρατίας και της οικογενειοκρατίας. (για το τελευταίο μαζί με τα ξερά καίγονται και τα χλωρά με αναφορά σ’ εκείνους που άσχετα με την καταγωγή τους,επροσπάθησαν και επροχώρησαν δίκαια).


Όμως υπάρχει και άλλος σοβαρός λόγος φυγής, κατά την εκτίμηση και βιωματική εμπειρία μου, ο κυριότερος. Είναι το καθεστώς που ισχύει ακόμη σχετικά με τη φάση που οι γιατροί παίρνουν ειδικότητα. Έχω γράψει γι’ αυτό εκτενές άρθρο στην εφημερίδα ΤΟ ΘΕΜΑ 17/2/2013(www.dionysiosvoros.eu ). Ένα καθεστώς που δεν έχει σχέση με τον πολιτισμένο κόσμο, αναχρονιστικό και τελικά αντικοινωνικό. Το «σύστημα»αυτό:

α) Δεν αξιοποιεί την υπάρχουσα νοσοκομειακή υποδομή της χώρας αφού δεν προβλέπει την εκπαιδευτική συνεργασία των μονάδων.
β) Δεν διασφαλίζει το εκπαιδευτικό δικαίωμα των ειδικευομένων και ως εκ τούτου την εκπαιδευτική υποχρέωση των εκπαιδευτών τους (αυτό επαφίεται απόλυτα στην πρόθεση  του Δ/ντή της κλινικής ή εργαστηρίου που στην πράξη έχει πολλές εκφράσεις).
γ) Για την έναρξη της ειδικότητας έχει ως μόνη διαδικασία εισόδου την «λίστα αναμονής» (που και αυτή καταστρατηγείται)που δεν ισχύει πουθενά στον πολιτισμένο κόσμο.
Σε όλες τις χώρες υπάρχουν διάφορες διαδικασίες αξιολόγησης και επιλογής των καλλιτέρων πράγμα που θα’ θελε και η κοινωνία. Η δική μας διαδικασία καταλήγει δυστυχώς να' ναι και ταξική παρ’ ότι οι από άγνοια υποστηρικτές της την θεωρούν δημοκρατική!... Και επειδή ο όρος «καλλίτερος» έχει παρεξηγηθεί στην εποχή μας,ας τον προστατεύσουμε για εδώ: είναι γι’ αυτούς που δίνουν μια έστω προτεραιότητα στην προσπάθεια γι’ αυτό που επέλεξαν επειδή τους άρεσε για δρόμος της ζωής τους και ως εκ τούτου αποδίδουν σε κάθε φάση περισσότερο. 


Στη χώρα μας επί Υπουργού Υγείας  κ. Δ. Κρεμαστινού και Προέδρου του ΚΕΣΥ καθηγητού  κ. Η.Λαμπίρη λειτούργησε η προβλεπόμενη από το νόμο Επιτροπή του Κεντρικού Συμβουλίου Υγείας  που σε συνεργασία με όλες τις Ιατρικές ειδικότητες κατέθεσε πλήρες σχέδιο νόμου το 2002 σύμφωνα με τις διεθνείς γραμμές και δυνατότητες της χώρας μας και κάλυπτε όλα τα κενά που ανάφερα παραπάνω. (συμμετείχα σ’ αυτή για 7 χρόνια). Αυτό δεν αμφισβητήθηκε  από κανένα επίσημο φορέα ούτε κατατέθηκε άλλη πρόταση μέχρι σήμερα. Οι Υπουργοί Υγείας που οι περισσότεροι ήταν Γιατροί και Καθηγητές Παν/μίων, έκαναν κατά καιρούς επιτροπές που οδήγησαν σε μικρές τροποποιήσεις. Για τελευταία φορά το έστειλε στο Υπουργείο για να γίνει νόμος ο Πρόεδρος του ΚΕΣΥ κ. Α. Σερέτης το 2013.Δυστυχώς δεν πήγε ποτέ στη Βουλή. Οι Υπουργοί κατά καιρούς δηλώνουν πως τους εμποδίζουν οι Φοιτητές, πράγμα που δεν είναι αληθές. Είναι πρόφαση. Τα εμπόδια ήταν πάντα από χώρους και πρόσωπα που επειδή δεν έπρεπε να' χουν λόγο, ούτε είπαν ποτέ την άποψή τους δημόσια, δεν δηλώθηκαν από τους Υπουργούς. Σ’ αυτή την απραξία συνέβαλε και το γεγονός ότι οι Ιατρικές Σχολές της χώρας παρ’ ότι προσκλήθηκαν όπως έπρεπε να δώσουν προτάσεις δεν ανταποκρίθηκαν ποτέ. Στο τελευταίο δυστυχώς έπαιξαν ρόλο ορισμένοι εκπρόσωποι Φοιτητών με νεανικό παρορμητισμό που είχαν όμως τη δύναμη της συμμετοχής τους στην εκλογή Προέδρων Ιατρικής και Πρυτάνεων.

Η μη ύπαρξης Νόμου για τις Ειδικότητες των Γιατρών, εκτός από αιτία φυγής, έχει και άλλα σοβαρά επακόλουθα, και συγκεκριμένα:


α)Δεν έχουν δρομολογηθεί διαδικασίες για τη δημιουργία προγραμμάτων Εξειδίκευσης μετά τις βασικές ειδικότητες που είναι μία επιτακτική ανάγκη της εξέλιξης της Ιατρικής και έχει δρομολογηθεί παγκοσμίως. Και ενώ έχουμε στη χώρα τουλάχιστον 25 μεγάλα νοσοκομεία που η υποδομή τους και η λειτουργία τους θα επέτρεπε να γίνεται αυτό. Τυπικό παράδειγμα είναι ότι έχουμε στη χώρα 4 μεγάλα Ογκολογικά νοσοκομεία με όλες τις προϋποθέσεις και δεν έχει δρομολογηθεί η δυνατότητα εξειδίκευσης νέων Χειρουργών στη Χειρουργική Ογκολογία παρ’ ότι έχουν κατατεθεί στο Υπουργείο οι εισηγήσεις και σχέδιο νόμου των αρμοδίων φορέων επί 10 και πλέον χρόνια (συμμετείχα στην σύνταξη) και έχει συμφωνήσει και από 3ετίας το Κεντρικό Συμβούλιο Υγείας (Προεδρία κ. Α. Σερέτη). Και πολλοί πλέον γιατροί μας φεύγουν για άλλες χώρες προκειμένου να κάνουν εξειδίκευση και αντί 1-2 χρόνια αφιερώνουν γι’ αυτό 3-5 γιατί έτσι απαιτεί η «προσαρμογή» σε συστήματα άλλων χωρών.
β)Το κενό της έλλειψης νόμου που θα καθόριζε μεταξύ άλλων τα δικαιώματα των εκπαιδευόμενων, αποτελεί πρόβλημα για τη σωστή αντιμετώπιση μιας σύγχρονης ωραίας και ωφέλιμης για την Ιατρική πραγματικότητας  που έφθασε και στη χώρα μας όπως σε όλο τον κόσμο δηλαδή της προσέλευσης Γυναικών – γιατρών σε πολλές ειδικότητες που μέχρι σήμερα συνήθως ήταν άντρες . Ήδη για τη Γενική Χειρουργική το ποσοστό των Γυναικών που βρίσκονται στο πρόγραμμα ειδικότητας, είναι 25-30%. Αυτό που από τη φύση του θέλει και ειδικές ρυθμίσεις και γίνονται διεθνώς, επαφίεται να αντιμετωπισθεί από το κάθε Νοσοκομείο ή Κλινική χωρίς ακόμη να υπάρχουν κατευθύνσεις και οδηγίες.


Είναι θλιβερό ότι όλα τα παραπάνω που μπορούν να βοηθήσουν την πρόοδο και την οργάνωση της Ιατρικής στη χώρα μας δεν αντιμετωπίσθηκαν με σοβαρότητα και ευθύνη από τα Όργανα του Υπουργείου Υγείας παρ’ ότι δεν απαιτούν καθόλου χρήματα. Το Υπουργείο για πολλά χρόνια εμμένει ανεπιτυχώς με πρωτόγονους τρόπους στον επιβεβλημένο έλεγχο των δαπανών για την υγεία, παραγνωρίζοντας πως ακόμη και γι’ αυτό η καλλίτερη ρύθμιση επιτυγχάνεται αν αντιμετωπίσουμε σωστά το ανθρώπινο δυναμικό, εν προκειμένω τους Γιατρούς που είναι μαζί με τους Νοσηλευτές και τους Τεχνολόγους η πάλουσα καρδιά του χώρου και του συστήματος.
Το κείμενο δεν γράφεται για κριτική. Γράφεται για ευαισθητοποίηση των αρμόδιων φορέων.Νοιώθω πως είναι χρέος του καθενός μας, ανάλογα με τον χώρο της πορείας του,προς την κοινωνία που ζούμε και λειτουργούμε.
 
Διονύσης Κ. Βώρος
Ομότιμος Καθηγητής Χειρουργικής ΕΚΠΑ
 


9. The Prophylactic Use of Antibiotics in Surgery.  
      Hellenic Journal of Surgery (2018) 90:2, 61 

 

Almost 50 years have passed since the publication of the now historic studies by Polk (1969), Nichols (1973), Stone (1976) and Condon (1979) [1-4],on the efficacy of perioperative antibiotic use for the prevention of surgicalsite infections (SSIs, infections of the operative incision and/or operative space) in elective surgery. Subsequent reports by the same authors, as well as by other surgeons and infectious disease specialists, largely confirmed the original findings, thus rendering perioperative antibiotic use an integral part of the contemporary standard of care, as described in clinical practiceguidelines published by multiple scientific societies, national andinternational health organizations


The principal message of the aforementioned studies was, and continues to be, that while appropriate skin antisepsis and good operative technique (particularly with respect to limiting tissue damage and hematoma formation and avoiding the use of non-functioning drains) are important in preventing SSIs, the perioperative use of antibiotics can reduce the incidence of such infectious complications still further. In order to optimize outcomes, it is critical that antibiotic use for this indication should add here to the following general principles: a) antibiotic(s) should be administered intravenously just before the operation and a repeat dose should be given only during certain lengthy and complex operations, b) the specific antibiotic(s) used should be tailored to the flora of the operated organ, the flora of the skin (when prosthetic materials are used) and the flora of the nosocomial environment, following consultation with the infection control committee of the hospital, c) provided that the aforementioned ‘target’ flora are covered, the antimicrobial spectrum of the antibiotic(s) used must be as narrow as possible, d) advanced, broad spectrum antibiotics should be reserved solely for therapeutic use, in the event that an infection develops after surgery. This principle not only ensures that a ‘second line of defense’ against postoperative infection is maintained,but also helps to arrest the extension of antimicrobial resistance, which has far-reaching negative implications for both the treated patient and others that are or will be hospitalized in the same hospital.Unfortunately,the aforementioned principles are not always followed in practice, as surgeons may in appropriately employ advanced, broad spectrum antibiotics and/or administer multiple antibiotic doses for the prevention of SSIs. These practices likely stem from misplaced anxiety with respect to the outcome of theoperation or from an erroneous belief that liberal antibiotic use may prevent the development of complications, which is far from the case. In appropriate antibiotic use not only offers no immediate benefit to the patient, but, as discussed above, it also decreases the therapeutic options available in the case of postoperative infection and contributes to the emergence of resistant microorganisms in the hospital environment.


It is known that antibiotics are the only drugs with the potential to affect not only the patient receiving them, but also both present and future hospitalized patients. As such, surgeons should always keep in mind that clinical judgement should be firmly grounded on evidence, and that the duty to provide the best possible care to current patients does not provide justification for compromising the outcome of future patients. As is often the case in medicine,when it comes to the prophylaxis of SSIs, less is more.


References
1.  Polk HC, Lopez-Mayor JF. Postoperative wound infection: A prospective study of determinant factors and prevention. Surgery1969;66:97-103.
2.  Nichols RL, Broido P, Condon RE, et al. Effect of preoperative neomycin-erythromycin intestinal preparation on the incidence ofinfectious complications following colon surgery. Ann Surg 1973;178:453.
3.  Stone HH, Hooper AC, Kolb LD, et al. Antibiotic prophylaxis in gastric, biliary and colonic surgery. Ann Surg 1976;184Q:443-50.
4.  Condon RE, Bartlett JG, Nichols RL, et al. Ochi SPre-operative prophylactic cephalothin fails to control septic complications of colorectal operations: Results of a controlled clinical trial. Am J Surg1979;137:68-74.
5.  Pang Y Young, Rachel G Khadaroo. Surgical Site Infections, Surgical Clinics of North America 2014;94:1245-64.
6.  Gilbert DN, Champers HF, Eliopoulos GM, et al. The Sanford Guide to Antimicrobial Therapy 2015. 45th ed; 2015.


Voros DC
Emeritus Professor of Surgery, University of Athens
Corresponding author: Voros C.Dionysios Emeritus Professor of Surgery, University of
Athens ,e-mail:diovoros@med.uoa.gr 


 
 
10. Η σημασία του Ογκολογικού Συμβουλίου των νοσοκομείων.
Εφημερίδα  ''Το Βήμα'' 7 Ιουλίου 2018


Ακολουθεί το κείμενο.

Το Ογκολογικό Συμβούλιο του Νοσοκομείου είναι ένας θεσμός που λειτούργησε από τα μέσα του περασμένου αιώνα σε όλον τον κόσμο ανάλογα με την οργάνωση της Ιατρικής στην κάθε χώρα και το επίπεδο του κάθε νοσοκομείου. Η ανάγκη προέκυψε από τότε που η χημειοθεραπεία και η ακτινοθεραπεία κρίθηκαν αναγκαίες θεραπείες, συμπληρωματικές ύστερα από εγχείρηση για αφαίρεση κακοήθων όγκων. Και βέβαια για όγκους που είχαν κριθεί ανεγχείρητοι (μη εξαιρέσιμοι) αλλά και για όγκους και άλλες κακοήθεις παθήσεις που δεν είχε θέση η εγχείρηση αλλά οι άλλες δύο θεραπείες. Στο Συμβούλιο αυτό είχε καθιερωθεί, και έτσι ισχύει και σήμερα, να συμμετέχουν οι χειρουργοί των διαφόρων ειδικοτήτων (καθένας για την ειδικότητά του), οι παθολόγοι ογκολόγοι για τη χημειοθεραπεία και οι ακτινοθεραπευτές ογκολόγοι. Επίσης οι παθολογοανατόμοι που μελετούν στο μικροσκόπιο και με άλλες μεθόδους τον ακριβή τύπο του όγκου, οι ακτινολόγοι διαγνωστές που μελετούν την έκταση της πάθησης,οι παρεμβατικοί ακτινολόγοι που κάνουν πολλές διαγνωστικές και θεραπευτικές πράξεις και γιατροί άλλων ειδικοτήτων ανά περίπτωση, όπως αυτοί που εκτελούν ενδοσκοπήσεις οργάνων για λόγους διαγνωστικούς και θεραπευτικούς. Από τη σύνθεση αυτή γίνεται εύκολα κατανοητή η μεγάλη σημασία αυτού του οργάνου.Καθορίζεται ποια είναι η πιο κατάλληλη θεραπεία ή θεραπείες για κάθε περίπτωση,αλλά και η σειρά με την οποία θα γίνουν οι θεραπείες και το ακριβές πρωτόκολλο της καθεμίας. Η διαδικασία αυτή μέχρι πριν από περίπου 25 χρόνια γινόταν συνήθως μετά την εγχείρηση και την ολοκλήρωση της ιστολογικής μελέτης(βιοψίας), δηλαδή μία εβδομάδα και πλέον μετεγχειρητικά, και ο χρόνος αυτός είναι καλός για τον προγραμματισμό συμπληρωματικών θεραπειών.


Τις τελευταίες όμως δεκαετίες το Συμβούλιο απέκτησε ευρύτερη σημασία, γιατί η εξέλιξη της ογκολογίας έφερε στο προσκήνιο τις προεγχειρητικές θεραπείες τις λεγόμενες νεο-επικουρικές, από τον διεθνή όρο neo-adjuvant. Για πολλούς όγκους, όπως τους όγκους των οστών, του ορθού, των ωοθηκών και τα σαρκώματα των μαλακών μορίων, έχει αποδειχθεί για συγκεκριμένα στάδιά τους πως είναι πολύ ωφέλιμο να γίνουν οι άλλες θεραπείες(χημειοθεραπεία ή και ακτινοθεραπεία) πριν από την εγχείρηση. Έτσι οι περιπτώσεις αυτές πρέπει να συζητιούνται στο Συμβούλιο για να καθοριστεί ποια θα είναι κατά περίπτωση η σειρά των θεραπευτικών χειρισμών.
Στη χώρα μας, εκτός από τα ειδικά ογκολογικά νοσοκομεία που από τη φύση τους λειτουργούν με δικά τους προγράμματα, στα γενικά νοσοκομεία λειτούργησε για πρώτη φορά ογκολογικό συμβούλιο στο Αρεταίειο Νοσοκομείο των Αθηνών από τη δεκαετία του ’70, με πρωτοβουλία του καθηγητή της Χειρουργικής Κωνσταντίνου Τούντα. Το Συμβούλιο γινόταν συνεχώς και ευρύτερο και από τη δεκαετία του ’80 γινόταν και γίνεται μία φορά την εβδομάδα στο αμφιθέατρο του νοσοκομείου, παρουσία και των φοιτητών που ασκούνται εκεί. Γιατί το Συμβούλιο, εκτός από όσα αναφέρθηκαν, είναι και ειδικό σχολείο για όλους, νεότερους και μεγαλύτερους. Τη διαδικασία αυτή τη συνεχίσαμε με ενθουσιασμό όλοι όσοι είχαμε την τύχη και την τιμή να συνεχίσουμε σε εκείνον τον χώρο το έργο του δασκάλου μας, και μάλιστα τις τελευταίες δεκαετίες για μεγάλο αριθμό ασθενών και πριν από την εγχείρησή τους.


Στο πέρασμα των χρόνων πολλά μεγάλα νοσοκομεία της χώρας ακολούθησαν σταδιακά τον ίδιο δρόμο, ώστε σήμερα να γίνεται στα περισσότερα μεγάλα δημόσια νοσοκομεία καθώς και στα μεγάλα ιδιωτικά ιδρύματα. Τέλος, από το 2012 με τον νόμο 4052, άρθρο 135 (ΦΕΚ αρ. 41, 1/3/2012)η λειτουργία των ογκολογικών συμβουλίων είναι υποχρεωτική για όλα τα δημόσια και ιδιωτικά νοσοκομεία και ο ασθενής δικαιούται να λάβει αναλυτική ενημέρωση της απόφασης. 


Ο κ. Διονύσης Κ. Βώρος είναι Ομότιμος Καθηγητής Χειρουργικής, μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου της Ελληνικής Εταιρείας Χειρουργικής Ογκολογίας.
Διονύσης Κ. Βώρος

  

 

11. Retroperitoneal sarcomas with initial multifocality: A challenge that remains to be defined. Letter  to the Editor.
Dionysios Voros MD, PhD, FACS
First published: 14 November 2019 ,Journal Surgical Oncology

In 1998 we published to the JSO a retrospective observational study indicating that small tumors are present in the fatty tissue surmounting the main tumor in retroperitoneal sarcomas by a rate of 24%. These observations were verified letter by preoperative imaging and/or intraoperative findings and/or pathology reports. At that time we proposed these lesions as ‘satellite’ tumors in theabsence of a relative term in the literature. The prognosis of these patients was worse than the others in our small series (1). The editorial comment forour paper was that the presence of satellite tumors ...‘’ is a visual manifestation of tumor aggressiveness». Fig1a,b show CT pictures of a typical case of our in the last years. This represents a sixty-five years old male patient, who presented in 2012 with 3 separate liposarcoma lesions in the leftiliac fossa, the left inguinal area and the right iliac fossa. The patient hada complete resection (R0) of the three tumors lesions (Fig1c is the specimen ofthe left iliac fossa). He presents now a recurrence in the left iliac fossa.         


Other authors have presented similar findings using the term ‘‘multificality’’.In 2009, Anaya et all focused on multifocality and its prognostic meaning, and estimated the presence of multifocal lesions at the time of first diagnosis as 8% [2]. The authors also discussed the relation between the number of satellite tumors and the disease prognosis. In 2001, Stoeckle et all in a study concerning the“Prognostic factors in retroperitoneal sarcoma”, reported initial multifocality at 14% [3]. The difference between the incidence ratios reported in the aforementioned studies, may be explained by the fact that there is no uniform definition ofthe term “multifolcality” in the literature. But the aim of these studies was not focused on this problem, so it was not analyzed further. Even in the Anaya paper,the multifocality was studied not only for the time of first diagnosis but also for the cases of recurrences. None of the studies above comments the relation between the appearance of these small lesions and the histology type of sarcoma.
The pathophysiology of these satellite lesions and the prognostic role have not fully elucidated, even though its negative prognostic implications have been raised in the past. This is the reason we prepared this letter, in order to show the need for prospective studies regarding this problem.
To our opinion the only way to clarify this interesting question is to conductwell-designed
prospective studies in high volume sarcoma centers. These studies should optimally includea)


Preoperative evaluation by CT and MRI, b) current practice regarding retroperitoneal sarcomas treatment should always aim of complete, radical tumor excision at the time of the patient’s initial operation (4,5). As such, in the setting ofmultifocality an extended resection is needed to remove the ipsilateral retroperitoneal futty tissue surrounding the main tumor (from the diaphragm to the pelvis) with any involved organs (6) ),c) Close collaboration between surgeons and pathologists, so as to examine carefully all of the speciment’s fatty tissue for smaller lesions and d)careful patient follow up, in accordance to the contemporary guidelines.
 
Inconclusion, patients presenting with liposarcoma satellite lesions, should bepresented of multidisciplinary tumor boards and in light of the higher aggressivenessof these tumors, the option of neo-adjuvant or adjuvant chemoradiation shouldbe entertained until more data are available.
 


  REFERENCES:
 
1.Voros D, Theodorou D, Ventouri K, Prachalias A, Danias N, Gouliamos A. Retroperitoneal Tumors: Do the satellite tumors mean something? J Surg Oncol 1998,68:30-33.
 2.Anaya DA, Lahat G, Liu J, Xing Y, Cormier JN, Pisters PW, Lev DC, Pollock RE. Multifocality in Retroperitoneal Sarcoma: A prognostic factor critical to surgical decision-making. Ann Surg.2009,249(1):137-142.
 3.Stoeckle E, Coindre JM, Bonvalot S, et al. Prognostic factorsin retroperitoneal sarcoma: a multivariate analysis of a series of 165 patients of the French Cancer Center Federation Sarcoma Group. Cancer 2001, 92:359-368.
 4.Karakousis CP, Gerstenbluth R, Kontzoglou K, et al. Retroperitoneal sarcomas and their management. ArchSurg 1995, 130:1104-1109.
 5.Karakousis CP. Refinements of Surgical Technique in Soft Tissue Sarcomas. J Surg Oncol.2010,101:730-738.
 6.Voros D, Theodosopoulos TC. Clinical Implications of Retroperitoneal Sarcomas.
Gouliamos A., Andreou J., Kosmidis P., Imaging in Clinical Oncology, Ed.Springer, 2018, pp.123-128
 



 
12.Η ανάδειξη του ρόλου του ΕΣΥ και η συνεχιζόμενη φυγή  των γιατρών.
Εφημερίδα ''Πρώτο Θέμα'', 28-6-2020

Η ΑΝΑΔΕΙΞΗ ΤΟΥ ΡΟΛΟΥ ΤΟΥ ΕΣΥ
ΚΑΙ Η ΣΥΝΕΧΙΖΟΜΕΝΗ ΦΥΓΗ ΤΩΝ ΓΙΑΤΡΩΝ.

 
(Δύο αντίθετα συναισθήματα)
 
 


Η κρίση της πανδημίας από τον Κορωνοϊό, προκάλεσε την ανάδειξη του ρόλου του Εθνικού Συστήματος Υγείας για την κοινωνία μας. Κάτω από δύσκολες συνθήκες μετά από την οικονομική κρίση και την υποστελέχωση, οι Γιατροί, οι Νοσηλευτές και όλο το Προσωπικό των Κρατικών νοσοκομείων σήκωσαν αυτό το μεγάλο το βάρος με απροσδόκητη επιτυχία με την ευτυχή καθοδήγηση από την Επιστημονική Επιτροπή του Υπουργείου Υγείας. Η κρίση έφερε στο φως την αναγνώριση. Κατά το αξίωμα ότι ’‘οι ανάγκες της ζωής αναδεικνύουν τις αξίες της’’. Όλοι κατάλαβαν και το δηλώνουν, Πολιτικοί και άλλοι παράγοντες και φορείς, πως το ΕΣΥ που από τη 10ετία του 90’ είχε μειωμένη βοήθεια από το κράτος, πρέπει να ενισχυθεί.Όλοι αναγνωρίζουν πως χωρίς διορισμούς γιατρών τα τελευταία 10 χρόνια (εκτός από τον περιορισμένο αριθμό των Επικουρικών Γιατρών), ήταν απρόσμενη η επιτυχία. Έχουν γραφτεί πολλά άρθρα από Γιατρούς, Εκπροσώπους φορέων υγείας και Πολιτικούς πως πρέπει στο διάστημα που ακολουθεί να βελτιωθούν οι υποδομές,γενικές και ειδικές, να αγορασθούν μηχανήματα, να αυξηθεί η χρηματοδότηση και βέβαια να γίνουν κανονικοί διορισμοί Ιατρικού, Νοσηλευτικού και Παραϊατρικού προσωπικού και να εκσυγχρονισθούν οι κανόνες λειτουργίας. Είναι όλα όσα γράφτηκαν στη σωστή κατεύθυνση και ελπίζουμε να γίνει αληθινά κατανοητό από το κράτος.


Την ίδια όμως στιγμή που χαιρόμαστε για τα παραπάνω και ευελπιστούμε, συνεχίζεται η φυγή των νέων γιατρών μας, ειδικευμένων ή πτυχιούχων προς ειδικότητα, με αμείωτο δυστυχώς ρυθμό για άλλες χώρες, με μικρή πιθανότητα επιστροφής. Γιατί αυτή η φάση της ηλικίας τους, είναι αυτή που δρομολογεί ο καθένας την προσωπική του ζωή. Είναι οι γιατροί που θα έπρεπε αύριο να έχουν στα νοσοκομεία μας τις θέσεις αυτών του έφυγαν και αυτών που φεύγουν. Έχουν γραφτεί και γι’ αυτό πολλά και ο γράφων έχει γράψει γι’ αυτό στον ημερήσιο τύπο (εφημερίδα «Πρώτο Θέμα», Δεκέμβριος2016). Οι αριθμοί είναι δραματικοί. Σύμφωνα με έρευνα της εφημερίδας «Καθημερινή»,(29/12/2019) τα τελευταία 10 χρόνια ο αριθμός των ειδικευμένων γιατρών που φεύγουν κάθε χρόνο είναι 750-1165 και των ανειδίκευτων (Πτυχιούχοι προς ειδικότητα) 300-500. Ο αριθμός αυτός αντιστοιχεί στο 1/3 των κατ’ έτος Πτυχιούχων της χώρας. Είναι αξιοσημείωτο πως αυτοί που φεύγουν είναι κατά τεκμήριο οι ‘‘καλύτεροι’’ με την έννοια πως έχουν τη διάθεση, έχουν κάνει την επιλογή, τους το επιτρέπουν ενδεχόμενα οι προσωπικές τους συγκυρίες, να προσπαθήσουν περισσότερο γι’ αυτό που επέλεξαν σαν δρόμο τους στη ζωή. Σίγουρα έχουν μεγαλύτερες πιθανότητες επιτυχίας και σαφώς η κοινωνία τους χρειάζεται αδιαμφισβήτητα.Είναι απώλεια κοινωνικού θησαυρού που η επένδυση έγινε από την οικογένεια και το σύστημα μας και θα προσφέρουν τις υπηρεσίες τους τελικά σε άλλες κοινωνίες.


Τα αίτια δεν χρειάζονται πολύ αναζήτηση. Η οικονομική κρίση και η αβεβαιότητα του αύριο είναι βέβαια. Ακόμη είναι σαφές πως οι νέοι του σήμερα γνωρίζουν περισσότερο από προηγούμενες γενιές την αναξιοκρατία και την οικογενειοκρατία στη χώρα μας (αυτό δεν αφορά όσους προχώρησαν άξια με την προσπάθειά τους, ανεξάρτητα από όνομά τους). Γιατί τώρα η ταυτότητα του καθενός και το έργο του είναι διαθέσιμα στο διαδίκτυο και έτσι όλες οι κρίσεις και οι επιλογές κρίνονται από όλους. Εξάλλου οι νέοι γιατροί στη διάρκεια των πρόσφατων σπουδών τους έχουν βιώσει (αφού συμμετέχουν σε όλες τις διαδικασίες) το κλίμα του Πανεπιστημίου που θα έπρεπε θεσμικά να είναι το υπόδειγμα της αξιοκρατίας και να διαμορφώνει νοοτροπίες.
Ο πολύ σοβαρός όμως λόγος της φυγής και ο κύριος για τους άρτι πτυχιούχους όπως προκύπτει από συζητήσεις με μαθητές μας διαχρονικά, είναι τα σοβαρά προβλήματα που έχει το σύστημά μας για την εκπαίδευση των γιατρών στη φάση της ειδικότητας που είναι και η καθοριστική εκπαίδευση των γιατρών για την πορεία τους. Το ίδιο ισχύει για την σύγχρονη ανάγκη-επιλογή της εξειδίκευσης των νέων γιατρών. Επειδή συμμετείχα από το 1995σε πολλές αντιπροσωπευτικές επιτροπές, έχω γράψει αναλυτικά για αυτά (εφημ.’‘Πρώτο Θέμα’’, Φεβρουάριος 2013 και Περιοδικό του Ιατρικού Συλλόγου Αθηνών, Ιανουάριος2019) μπορώ να τα καταγράψω.


Νόμος για την εκπαίδευση των γιατρών στην φάση της ειδικότητας, υπάρχει σε όλο το σύγχρονο κόσμο και δρομολογήθηκε στη χώρα μας το 1995 από τον τότε Υπουργό Υγείας αείμνηστο συνάδελφό μας Δημήτριο Κρεμαστινό με Πρόεδρο του ΚΕΣΥ τον Καθηγητή Ηλία Λαμπίρη και την συνδρομή των 37 Ιατρικών Επιστημονικών Εταιρειών. Ετοιμάσθηκε σαν νομοσχέδιο το 2001. Παρότι δεν διατυπώθηκε ποτέ επίσημη αμφισβήτηση, ούτε κατατέθηκαν άλλες επί της ουσίας απόψεις, δεν πήγε ποτέ ολοκληρωμένο στη Βουλή να γίνει νόμος. Οι αιτιάσεις-εμπόδια που κατά καιρούς δηλώθηκαν από Υπουργούς Υγείας όλων των Κυβερνήσεων για αυτή την αδράνεια δεν έπεισαν ποτέ για την ορθότητά τους. Παρότι η θεσμική ευθύνη είναι του Υπουργείου Υγείας, πρέπει να σημειωθεί ότι έχουν ευθύνη και οι Ιατρικές Σχολές της χώρας γιατί ζητήθηκε όπως ήταν φυσικό η γνώμη τους αλλά δεν ανταποκρίθηκαν λόγω πίεσης από τους φοιτητές (που το λάθος τους το κατάλαβαν διαχρονικά όταν μετά από λίγα χρόνια άρχιζαν ειδικότητα). Και άλλοι φορείς του Ιατρικού χώρου δεν έδειξαν την ευαισθησία που ήταν αναγκαία. Έτσι το θεσμικό μας πλαίσιο για τις ειδικότητες έχει δύο μεγάλες πληγές που νομίζω πως είναι η κύρια αιτία που οδηγεί στη φυγή των νέων γιατρών και είχαν σαφώς και με λεπτομέρεια προβλεφθεί και καταγραφεί στο αρχικό νομοσχέδιο της Επιτροπής Λαμπίρη από το 2000.


1.      Το δικαίωμα του ειδικευόμενου στα 5-7 χρόνια της ειδικότητας να εκπαιδευθεί επαρκώς και συνεπώς η υποχρέωση των εκπαιδευτών να λειτουργήσουν για αυτό με την ίδια υποχρέωση που φροντίζουν τους ασθενείς.Γιατί οι νέοι γιατροί είναι οι διάδοχοι του αύριο και το ζητούμενο είναι να γίνουν και καλύτεροι από τους δασκάλους τους όπως είναι ο φυσικός νόμος της κοινωνίας σε όλους του τομείς. Η εκπαίδευση του γιατρού στη φάση αυτή που είναι η καθοριστική της πορείας του δεν είναι μόνο να εξετάσει ασθενείς και να διαβάσει. Πρέπει να διδαχθεί δεξιότητες (skills ο διεθνής όρος) και να εκτελέσει υπό την καθοδήγηση των δασκάλων του συγκεκριμένες παρεμβάσεις και πράξεις.Είναι σαφές για τις Χειρουργικές ειδικότητες, την Αναισθησιολογία, την Παρεμβατική Καρδιολογία και Ακτινολογία, τις ειδικότητες που έχουν Ενδοσκοπικές Παρεμβάσεις όπως Γαστρεντερολογία και Πνευμονολογία αλλά και άλλες ειδικότητες που έχουν ειδικές τεχνικές. Είναι πάνω από το 70% όλου του φάσματος των Ιατρικών Ειδικοτήτων. Και σε όλα τα οργανωμένα συστήματα καταγράφεται με αριθμούς και είδη πράξεων π.χ. ότι ο χειρουργός πρέπει στα 6 χρόνια να εκτελέσει με άμεση καθοδήγηση συγκεκριμένο αριθμό ανά είδος επέμβασης. Στη δικό μας το πλαίσιο αυτό αγνοήθηκε. Στην τελευταία φάση της Κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ(Μάιος-Ιούνιος 2019) το Υπουργείο Υγείας δια της Επιτροπής Εκπαίδευσης,προσδιόρισε αυτά για 2-3 από τις 40 Ειδικότητες αλλά αυτό δεν αποτελεί θεσμική ρύθμιση και για αυτό ίσως δεν έχει σταλεί ούτε αυτή η μερική ρύθμιση στους αρμοδίους των νοσοκομείων όπου ασκούνται οι γιατροί!…. Τα νέα παιδιά λοιπόν που σήμερα ξέρουν πολύ καλά τι γίνεται σε άλλες χώρες είναι φυσικό να επιλέγουν την μετάβασή τους αλλού.


2.      Σε όλο τον κόσμο οι θέσεις για ειδικότητα δίδονται με κάποια διαδικασία επιλογής ώστε αυτοί που κοπίασαν για να μπορούν να συμμετέχουν σε συγκριτικές προσπάθειες, να επιλέγουν κατά προτεραιότητα το νοσοκομείο που επιθυμούν και σε εύλογο χρόνο. Γιατί σε όλο τον κόσμο τα νοσοκομεία δεν είναι πουθενά τα ίδια και βέβαια ο καθένας δικαιούται να έχει και προσωπικά κριτήρια (στο δικό μας νομοσχέδιο είχε προβλεφθεί γραπτή δοκιμασία για να είναι αδιάβλητη και να μη χωρούν παρεμβάσεις). Έμεινε βέβαια στο συρτάρι. Στο ισχύον ακόμη σύστημα εδώ οι θέσεις δίδονται βάση λίστας αναμονής μερικών ετών που δεν ισχύει πουθενά αλλού. Αλλά και στη χώρα μας από πολλά χρόνια καμία θέση εκπαίδευσης ή εργασίας δεν είναι με λίστα αναμονής. Από ορισμένους αλλά κύρια από φοιτητές υποστηρίχθηκε πως αυτό είναι δημοκρατική διαδικασία. Η αλήθεια όμως είναι πως αυτή η διαδικασία είναι το αντίθετο. Εγώ προσωπικά την έχω χαρακτηρίσει και στα αμφιθέατρα σαν ταξική. Γιατί όποιος έχει οικονομικές και κοινωνικές δυνατότητες, κάνει αίτηση για το νοσοκομείο που επιθυμεί και στα χρόνια αναμονής κάνει ένα μεταπτυχιακό πρόγραμμα,  ή μία διδακτορική διατριβή ή πάει για κάτι ιδιαίτερο σε μία άλλη χώρα προσωρινά. Απεναντίας όποιος έχει άμεση ανάγκη να έχει μισθό, κάνει αίτηση για όποιο νοσοκομείο είναι πιο σύντομα και ας μην είναι κατά τα άλλα της προτίμησης του. Τα τελευταία χρόνια πολλοί είπαν πως αφού έφυγαν τόσοι πολλοί γιατροί και οι αναμονές είναι λιγότερες και για μερικά νοσοκομεία καθόλου, έπαψε να είναι πρόβλημα η λίστα. Αυτό όμως δεν είναι αληθινό για δύο λόγους. Πρώτον γιατί σε αρκετές ειδικότητες που έχουν μεγαλύτερη ζήτηση, οι αναμονές είναι ακόμη δύο και τρία χρόνια. Δεύτερο γιατί όποιος κοπίασε διαβάζοντας για να μπορεί να διεκδικήσει αυτό που θέλει,δικαιούται να προηγηθεί και χρονικά και όχι με την ημερομηνία της αίτησης του. Η αναμονή μερικών χρόνων συμπίπτει με την πιο πρόσφορη για προσπάθεια ηλικία των νέων συναδέλφων και έτσι δεν είναι παράξενο που τους οδηγεί στην απόφαση να φύγουν για άλλη χώρα. Το θέμα έμεινε πολλά χρόνια στα συρτάρια του Υπουργείου.Στην τελευταία Κυβέρνηση των ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ, η πολιτική ηγεσία του Υπουργείου Υγείας έδωσε οδηγία στην Επιτροπή Εκπαίδευσης του ΚΕΣΥ να μην ασχοληθεί με το θέμα της λίστας αναμονής παρότι ο Πρόεδρος της Επιτροπής ήταν  Καθηγητής Ιατρικής και σχεδόν όλα τα Μέλη της ήταν Καθηγητές Ιατρικής και Διευθυντές μεγάλων νοσοκομείων της χώρας!.....


Η ίδια αδράνεια που έχει καταγραφεί για την ειδικότητα των γιατρών, έχει παρατηρηθεί και για τις εξειδικεύσεις της Ιατρικής που είναι μία σύγχρονη ανάγκη από την εξέλιξη της επιστήμης σε όλο τον κόσμο και φυσικά και στην χώρα μας (άρθρο μου στο περιοδικό του ΙΣΑ, Ιανουάριος 2019). Έχουμε τουλάχιστον 20 νοσοκομεία, γενικά και ειδικά, που έχουν τις διεθνείς προδιαγραφές να δίνουν και εξειδικεύσεις μετά την βασική ειδικότητα και όμως έχουν θεσμοθετηθεί πολύ λίγες όπως Εντατική θεραπεία, Νεογνολογία, Λοιμωξιολογία και από το καλοκαίρι του 2019 η Παρεμβατική Καρδιολογία. Τυπικό παράδειγμα αδρανείας είναι η Χειρουργική Ογκολογία, ενώ έχουμε 4 Ειδικά Ογκολογικά νοσοκομεία και είχε περάσει και από το ΚΕΣΥ το 2013 όταν ήταν Πρόεδρος ο συνάδελφος Ανδρέας Σερέτης. Είναι και αυτό λόγος φυγής νωρίτερα ή αργότερα.
Ευχόμαστε και ελπίζουμε τώρα που το  Υπουργείο, εξαιτίας των γεγονότων της Πανδημίας θα ασχοληθεί με τα Κρατικά νοσοκομεία και το ΕΣΥ, να συμπεριλάβει στις αποφάσεις και όσα παραπάνω αναφέρθηκαν. Γιατί εκτός από τις υποδομές και τη χρηματοδότηση, πρέπει να αξιοποιηθεί το έμψυχο δυναμικό που είναι η πολύτιμη κινητήρια δύναμη. Αυτό που συμβαίνει σήμερα είναι μία απώλεια κοινωνικού θησαυρού!.....
 
 


Διονύσης Κ.Βώρος
Ομότιμος Καθηγητής Χειρουργικής
Πανεπιστημίου Αθηνών
Τηλ.: 210-6972 957,6944 561888
Email: diovoros@med.uoa.gr
 
 
 


 
13. Pelvic Floor Reconstruction after Major Cancer Surgery
        (by use of the Terminal Ileum).

        Hellenic Journal of Surgery (2020) 92:2, 114-115 
 
paper PELVIC FLOOR RECONSTRUCTION AFTER MAJOR CANCER SURGERY LETTER TO THE EDITOR 2020.5.27 Hellenic Journal Surgery.docx (269KB)
 
 


 
 
14. Vascular procedures prior of radical resection of  
      retroperitoneal sarcoma. 

       Case Report, Vol.3 Iss S3  20.12.2020 ,Clinical Surgery Journal.  
 

VASCULAR PROCEDURES SURGICAL ONCOLOGY CSJ-S3-1006.pdf (262.5KB)
 
 
 


 
15. Η Πολυκλινική Αθηνών των αδελφών Ανδρέα και Νικόλαου Αλιβιζάτου. Ένα Ίδρυμα με ιδιαίτερη πορεία και προσφορά.
                   
        Η ΠΟΛΥΚΛΙΝΙΚΗ ΑΘΗΝΩΝ ΤΩΝ ΑΔΕΛΦΩΝ ΑΝΔΡΕΑ ΚΑΙ ΝΙΚΟΛΑΟΥ ΑΛΙΒΙΖΑΤΟΥ.
                           ΕΝΑ ΙΔΡΥΜΑ ΜΕ ΙΔΙΑΙΤΕΡΗ ΠΟΡΕΙΑ ΚΑΙ ΠΡΟΣΦΟΡΑ.
Κοινωνία η οποία δεν συγκινείται από τον ανθρώπινον πόνον και δεν παρέχει κλίνην εις τον ατυχήσαντα ασθενή, είναι κοινωνία εστερημένη ανθρωπίνων παλμών και αισθημάτων και αδικεί εαυτήν και την ανθρωπίνην αποστολήν.  
                                                                                               ΝΙΚΟΛΑΟΣ ΣΠ. ΑΛΙΒΙΖΑΤΟΣ
  


* Διονύσης Βώρος
Την Πολυκλινική Αθηνών ή Πολυκλινική των Αλιβιζάτων την εγνώρισαν για έναν αιώνα οι Κεφαλονίτες και από το νησί αλλά και οι Κεφαλονίτες της Αθήνας σαν να ήταν σπίτι τους στη δύσκολη στιγμή της αρρώστιας της τρεχούμενης ή και βαριάς. Και ήταν σπίτι τους, αφού οι πόρτες ήταν πάντα ανοικτές και τόσο οι γιατροί όσο και οι νοσηλεύτριες (αργότερα και νοσηλευτές)τους αντιμετώπιζαν όχι μόνο σαν ασθενείς αλλά σαν ανθρώπους. Αυτό ήταν το κλίμα. Και δίπλα από την είσοδο, στα δεξιά, έβλεπαν, αν ήθελαν, και τον Άγιο Γεράσιμο στο μικρό εκκλησάκι του, για να τους θυμίζει τον τόπο τους στο κέντρο της πρωτεύουσας.
Αλλά η Πολυκλινική εκτός από τα παραπάνω ήταν για την Αθήνα κι όλη τη χώρα κάτι ακόμη πιο σημαντικό και ασυνήθιστο και γι’ αυτό έμεινε στην ιστορία μαζί με τη μνήμη των Ιδρυτών της και των Πρωτεργατών της.Παρότι ήταν Ιδιωτική Κλινική και αργότερα Ιδιωτικό Νοσοκομείο, έφθασε σε πολύ υψηλό επίπεδο επιστημονικά, πρωτοστάτησε για τις νέες ειδικότητες της εξελισσόμενης Ιατρικής. Έγινε χώρος διδασκαλίας για νέους γιατρούς και φοιτητές με αμφιθέατρο στο ισόγειο και απόκτησε τον επίσης μεγάλο τίτλο, αυτόν του κοινωφελούς Ιδρύματος,  αφού είχε πρόνοια και για φτωχούς, απόρους και ανασφάλιστους όπως και σύμβαση για φτωχά ταμεία.
* Ο Διονύσης Βώρος είναι Oμότιμος Καθηγητής Χειρουργικής του Πανεπιστημίου Αθηνών.  


 Οι Ιδρυτές και η Πορεία.
         Ο Ανδρέας και ο Νικόλαος Αλιβιζάτος που ίδρυσαν την Πολυκλινική, ήταν παιδιά του Σπύρου Αλιβιζάτου και ανίψια του Πέτρου Αλιβιζάτου, γιατρού που σπούδασε στη Νεάπολη της Ιταλίας και άσκησε την Ιατρική στο Αργοστόλι. Ο Νικόλαος Αλιβιζάτος (1872-1945) σπούδασε Ιατρική στη Γαλλία και έγινε χειρουργός. Εξελέγη Καθηγητής Χειρουργικής στο Πανεπιστήμιο Αθηνών και Διευθυντής Χειρουργικής Κλινικής στο Ιπποκράτειο Νοσοκομείο Αθηνών (1918)και επίσης στο Αρεταίειο Νοσοκομείο (1930). Ως Πρύτανης του Πανεπιστημίου δρομολόγησε τα εργαστήρια της Ιατρικής Σχολής στο Γουδί και την Πανεπιστημιακή Λέσχη στη οδό Ιπποκράτους. Διετέλεσε και Βουλευτής Κεφαλονιάς και Ιθάκης με το Κόμμα των Φιλελευθέρων. Ο Ανδρέας Αλιβιζάτος (18831953) σπούδασε επίσης στη Γαλλία Ιατρική και έγινε Παθολόγος, ενώ επίσης ασχολήθηκε με τα εργαστήρια Μικροβιολογίας και Φαρμακολογίας, που ήταν τότε πεδία εξέλιξης της Ιατρικής.Εργάσθηκε ως Παθολόγος σχεδόν αποκλειστικά στην Πολυκλινική, όπου φαίνεται πως αποτέλεσε και το κύριο πρόσωπο ανάπτυξης και λειτουργίας της. Η προσήλωσή του στην ιδέα της προσφοράς της ιατρικής φροντίδας στον άνθρωπο και η αγάπη του για την Κεφαλονιά συνέβαλαν στο να οδηγήσει τους Παναγή και Αντωνία Ματζαβινάτου ν’αφήσουν την περιουσία τους για την ίδρυση του Ματζαβινάτειου Νοσοκομείου στο Ληξούρι.


          Οι αδελφοί Αλιβιζάτοι έχοντας προφανώς πολύ υψηλή την αίσθηση του τι είναι παροχή στον ασθενή, ίδρυσαν το 1903 την Πολυκλινική Αθηνών ως «Κοινωφελές Ίδρυμα Ιδιωτικού Δικαίου» σε μια Αθήνα που είχε το Δημοτικό Νοσοκομείο, τον Ευαγγελισμό και το Αρεταίειο Νοσοκομείο. Η εγκατάσταση έγινε αρχικά σε ένα μικρό χώρο στην οδό Σωκράτους 56 και τον επόμενο χρόνο σ’ένα λίγο μεγαλύτερο, στην οδό Αθηνάς 57. Το πνεύμα αυτής της μεγάλης απόφασης και η έννοια του Κοινωφελούς Ιδρύματος παρ’ ότι ήταν ιδιωτική πρωτοβουλία,γίνεται αντιληπτό πολύ εύκολα από το γεγονός ότι η εξέταση των ασθενών, που δεν είχαν οικονομική δυνατότητα, ορίσθηκε να έχει οικονομική επιβάρυνση (επίσκεψη)το 1/20 της τότε καθιερωμένης επίσκεψης στην περιοχή της Πρωτεύουσας, δηλαδή σχεδόν συμβολική. Το 1905, επειδή η προσέλευση ασθενών αύξανε, η εγκατάσταση έγινε σε χώρο μεγαλύτερο, στη οδό Πειραιώς 3, όπου είναι μέχρι σήμερα, σε κτήριο που ήταν μέχρι τότε σχολείο. Στο χώρο του σχολείου, κτίστηκε νέο κτήριο κατάλληλο για νοσοκομείο μεταξύ των ετών 1921-1933.


       Στο κτήριο αυτό προστέθηκε εκκλησάκι αφιερωμένο στον Άγιο Γεράσιμο – στοιχείο που δήλωνε και τη σχέση του Ιδρύματος και των ιδρυτών αλλά και μεγάλου μέρους των εργαζομένων και των ασθενών με την Κεφαλονιά. Οι Αλιβιζάτοι έκαμαν ακόμη ένα βήμα που ήταν ιδιαίτερο. Κάλεσαν μοναχές από τα μοναστήρια της Κεφαλονιάς, να λειτουργήσουν ως νοσηλεύτριες στο Κοινωφελές Ίδρυμα, δίνοντας έτσι πολύ πρακτικό νόημα στην επιλογή της ζωής τους. Το εκκλησάκι θα ήταν σημείο αναφοράς στην επιλογή τους αυτή. Λίγο μετά οι μοναχές αποτέλεσαν τη βάση για τη δημιουργία Σχολής Αδελφών στην Πολυκλινική.
        Η ιδιαίτερη κοινωνική προσφορά της Πολυκλινικής εκδηλώθηκε και στις περιόδους πολέμων. Κατά τους Βαλκανικούς πολέμους 1912-1913άνοιξε την αγκαλιά της σε τραυματίες του πολέμου και κατά τον Ελληνο-Ιταλικό προσχώρησε στο πρόγραμμα του 8ου Στρατιωτικού Νοσοκομείου. Στη διάρκεια του Εμφυλίου πολέμου χάθηκε η ισορροπία, όπως σε όλη την κοινωνία, με αποτέλεσμα να υποστεί το κτήριο μεγάλες ζημιές. Έγιναν επιδιορθώσεις, οπότε και λειτούργησε πάλι (19451947) και την επόμενη χρονιά (1948) προστέθηκαν όροφοι, για να φθάσει στη μορφή που υπάρχει και τώρα.
       Το Διοικητικό Συμβούλιο του Ιδρύματος σε όλη τη διαδρομή του χρόνου, είχε τη σύνθεση που προβλεπόταν από τον νόμο και τις συγκυρίες με πολλές προσωπικότητες της κοινωνικής, οικονομικής και πολιτικής ζωής, αλλά πάντα είχε σαν βάση την οικογένεια Αλιβιζάτου σε τρεις γενεές, με πρωταγωνιστές τους ιδρυτές Ανδρέα και Νικόλαο Αλιβιζάτο, τον αδελφό τους Καθηγητή της Θεολογίας Αμίλκα Αλιβαζάτο, τον συγγενή τους επίσης Καθηγητή της Υγιεινής Γεράσιμο Αλιβιζάτο, τον Καθηγητή της Χειρουργικής Κωνσταντίνο Αλιβιζάτο (γιοτου Νικολάου) και τον Υφηγητή της Παθολογίας Ιωάννη (John) Αλιβιζάτο, έγκριτο Ενδοκρινολόγο και πρωτοπόρο του κλάδου του, που διηύθυνε πολλά χρόνια την Παθολογική Κλινική και παρέδωσε το 1990 εκ μέρους της οικογένειας το νοσοκομείο στο νεοσύστατο ΕΣΥ χωρίς οικονομικό αντάλλαγμα.   


Οι μεγάλες ιδιαιτερότητες της Πολυκλινικής
         Οι λόγοι που το Ίδρυμα πέρασε στην ιστορία, είναι πραγματικά πρωτόγνωροι για τη χώρα μας αλλά ίσως και ευρύτερα.
Καταρχάς είναι η πρώτη Ιδιωτική Κλινική στην Αθήνα και στη χώρα, που πολύ σύντομα πήρε τη μορφή Νοσοκομείου, όπως παρακάτω θα αναφερθώ, και μάλιστα με κοινωνικό πρόσωπο. Μερικά χρόνια αργότερα λειτούργησε για λίγες δεκαετίες με αρκετή ομοιότητα το Γερουλάνειο Ίδρυμα στην οδό Χαριλάου Τρικούπη με πρωτεργάτες τον διαπρεπή Καθηγητή της Χειρουργικής Μαρίνο Γερουλάνο και τον άξιο συνεργάτη του Νικόλαο Σμπαρούνη. Ίσως το πρώτο ήταν ένα παράδειγμα για το δεύτερο. Η ιστορία τέτοιων άθλων τελείωσε εκεί.


Οι ασυνήθιστες δραστηριότητες που έλαμψαν στην Πολυκλινική, ήταν οι παρακάτω:
1.   Εκπαίδευση Γιατρών και Φοιτητών. Η άποψη των ιδρυτών ήταν σαφής: όπου νοσηλεύονταν ασθενείς πρέπει να εκπαιδεύονται γιατροί. Γι’ αυτό και από το 1953 στο ισόγειο του νοσηλευτηρίου φτιάχτηκε αμφιθέατρο διδασκαλίας με ικανή χωρητικότητα. Επρόκειτο για κορυφαία πράξη. Άλλωστε, δεν ξανάγινε ποτέ κάτι παρόμοιο σε ιδιωτικό χώρο. Ο Ανδρέας Αλιβιζάτος που δεν ήταν πανεπιστημιακός, έχοντας εκπαιδευθεί, όπως αναφέρθηκα παραπάνω, στη Φαρμακολογία και τη Μικροβιολογία, εκπαίδευε επίσημα φοιτητές του Τμήματος Χημείας και Φαρμακευτικής του Πανεπιστημίου Αθηνών. Έτσι πέρασε από εκεί ως φοιτητής και αργότερα ως φαρμακοποιός και ο συμπατριώτης μας Θεόδωρος Μάντουκας. Όταν αργότερα δημιουργήθηκαν Κλινικές των διαφόρων ειδικοτήτων, ήδη από τη δεκαετία του 1950 αναγνωρίσθηκε επίσημα να δίνει ειδικότητα σε γιατρούς.Από τους πρώτους ήταν και ο δάσκαλός μου στα πρώτα βήματα Γεράσιμος Πεντόγαλος.Αυτό συνεχίσθηκε μέχρι το 2010, οπότε εντάχθηκε στο συγκρότημα Ευαγγελισμός και Οφθαλμιατρείο.


Από τη δεκαετία του 1960 δεχόταν φοιτητές της Ιατρικής Αθηνών για κλινική άσκηση Δ΄ και ΣΤ΄ έτους, ιδιαίτερα στην Παθολογική Κλινική, που διηύθυνε ο Υφηγητής Ιωάννης (John) Αλιβιζάτος. Αλλά και πριν από τον Αλιβιζάτο, όταν την ευθύνη του Εξωτερικού Παθολογικού Ιατρείου είχε ο αξέχαστος στους Κεφαλονίτες συμπατριώτης και εξαίρετος Παθολόγος Σπύρος Γεννατάς, πολλοί φοιτητές και νέοι γιατροί πήγαιναν αυτοβούλως για άσκηση λόγω του μεγάλου αριθμού ασθενών που έφθαναν κάθε μέρα. Σ’ αυτούς τους χώρους έκανε τα πρώτα του βήματα και ο έγκριτος Κεφαλονίτης Ορθοπαιδικός Γεράσιμος Μιχαλάτος, που για πολλές δεκαετίες μετέπειτα τον γνώρισαν οι συμπατριώτες μαςκαι όλη η Ελλάδα στο Ασκληπιείο της Βούλας. Τα παραπάνω δεν έχουν επαναληφθεί σε άλλο Ιδιωτικό Ίδρυμα εκτός, όπως αναφέρθηκα, από το Γερουλάνειο Ίδρυμα.


2.   Είναι απίστευτο αλλά αληθινό και καταγεγραμμένο στη Ιατρική Ιστορία της χώρας μας ότι στην Πολυκλινική ξεκίνησαν και αναπτύχθηκαν τέσσερις ειδικότητες της Ιατρικής, πριν οργανωθούν στα Κρατικά Νοσοκομεία της Αθήνας. Αυτές είναι: α) Η Ουρολογία που άρχισε από το 1915 από τον μετέπειτα Καθηγητή Σπύρο Οικονόμο, συγγενή των Αλιβιζάτων, και συνεχίσθηκε από τον Υφηγητή Ν. Δαβίλλα, μετέπειτα Διευθυντή του Κρατικού Νοσοκομείου Αθηνών. β)Η Ενδοκρινολογία και διαγνωστική με ισότοπα από τον έγκριτο Υφηγητή Ιωάννη Αλιβιζάτο το 1955. γ) Η Νευροχειρουργική το 1956 από τον Δώρο Οικονόμο (γιο του Ουρολόγου) που εκπαίδευσε και γενιά ολόκληρη νέων Νευροχειρουργών (Α.Προσελέντης, Α. Κωνσταντινίδης, Θ. Λεβέντης). δ) Η Καρδιοχειρουργική το 1962από τον Νικόλαο Οικονόμο (αδελφό του Νευροχειρουργού) μετέπειτα Καθηγητή και Διευθυντή του Πανεπιστημιακής Χειρουργικής Κλινικής του Ιπποκράτειου Νοσοκομείου.Μία συγγενής μου, που χειρουργήθηκε εκεί σε νεαρή ηλικία για στένωση μητροειδούς το 1963, έφυγε από τη ζωή στα 80 της από άλλη αιτία. Σήμερα που συγκυριακά γράφεται από την Ελληνική Χειρουργική Εταιρεία η εξέλιξη της Χειρουργικής στη χώρα μας τον περασμένο αιώνα, όλα τα παραπάνω θα έχουν εκεί περίοπτη θέση και θα είναι δύσκολα κατανοητά από τους νέους συναδέλφους μας. Το ενδιαφέρον για το επιστημονικό επίπεδο αφορούσε όλα τα τμήματα. Ενδεικτικό είναι ότι στην ίδια περίοδο είχαν τις διευθύνσεις του Οφθαλμολογικού και Ωτορινολαρυγγικού Τμήματος αντίστοιχα οι Υφηγητές Σπύρος Σπυράτος και Γεώργιος Γκούφας.
 3. Το κοινωνικό πρόσωπο της Πολυκλινικής ήταν ακόμη πιο πρωτότυπο από το επιστημονικό και εκπαιδευτικό της παράδειγμα. Και δεν αναφέρομαι στο ότι για τους Κεφαλονίτες του νησιού και της Αθήνας ήταν πάντα μια πόρτα ανοικτή σαν το σπίτι τους και ο υπεύθυνος του Εξωτερικού Παθολογικού Ιατρείου Σπύρος Γεννατάς και οι νοσηλεύτριες, πιο πολλές Κεφαλονίτισσες, τους δέχονταν χωρίς ραντεβού και εισιτήρια. Θα αναφερθώ σε πράξεις και πρακτικές που αφορούσαν τους πάντες και περισσότερο τους αδύναμους. Ήδη αναφέρθηκα παραπάνω πως από το ξεκίνημα στην οδό Σωκράτους και στην οδό Αθηνάς, για όσους δεν είχαν χρήματα, η εξέταση είχε δαπάνη το 1/20 της τρεχούμενης επίσκεψης. Ήταν απόδειξη της νοοτροπίας των ιδρυτών. Αλλά και όταν το Ίδρυμα έγινε νοσηλευτήριο, προέβλεπε κρεβάτια για άπορους ασθενείς. Και ήταν αργότερα η πρώτη και μοναδική Ιδιωτική Κλινική, που έκανε σύμβαση με τον ΟΓΑ από τα πρώτα χρόνια της παρουσίας του.


          Όμως, εκτός από τους αδύναμους ασθενείς, οι ιδρυτές της Πολυκλινικής και οι συνεχιστές τους έδειξαν έμπρακτη εκτίμηση και στήριξη σ’ ένα μεγάλο αριθμό γιατρών με ικανότητες και κοινωνική υπευθυνότητα, που όμως το επίσημο κράτος μετά την Εθνική Αντίσταση και τον Εμφύλιο πόλεμο ήθελε να κρατήσει έξω από τα Πανεπιστήμια και τα Νοσοκομεία ακόμη και για λόγους εκπαίδευσης. Αυτή η φροντίδα της οικογένειας, εκδηλώθηκε κύρια από τον Καθηγητή της Χειρουργικής Κωνσταντίνο Αλιβιζάτο (γιο του Νικολάου), Διευθυντή της Πανεπιστημιακής Χειρουργικής Κλινικής του Ιπποκράτειου Νοσοκομείου από το 1948 μέχρι το 1970. ΟΚ. Αλιβιζάτος παράλληλα με τις υποχρεώσεις του στο Πανεπιστήμιο ήταν πάντα παρών στα δρώμενα της Πολυκλινικής, επιστημονικά, εκπαιδευτικά και διοικητικά(ως μέλος του Δ.Σ.). Έτσι, με το κύρος που είχε, επιστημονικά και κοινωνικά και ως εκ τούτου τη δύναμη απέναντι στην κρατική νοοτροπία, αλλά και επειδή προφανώς βαθιά τον εξέφραζε, έκανε κάτι το μοναδικό, που πολλοί γιατροί της γενιάς μου το μάθαμε και από πρώτο χέρι, από πρόσωπα. Έκανε «δεκτούς» για λόγους εκπαίδευσης και στη συνέχεια εργασίας, τόσο στο Ιπποκράτειο όσο και στην Πολυκλινική, πολλούς γιατρούς για διάφορες ειδικότητες, που διαφορετικά έπρεπε να βρουν δρόμο διαφορετικό ίσως και σε άλλη χώρα. Έζησε τη χαρά και βίωσε την ευγνωμοσύνη τους, γιατί οι περισσότεροι από αυτούς έγιναν έγκριτοι επιστήμονες και λειτουργοί, που τίμησαν την Ιατρική και την Κοινωνία. Ανάμεσα σ’ αυτούς,που βρήκαν δρόμο σ’ εκείνη τη φάση στο Ιπποκράτειο, ήταν και ο διαπρεπής συμπατριώτης μας χειρουργός, που όλοι οι αναγνώστες γνωρίσατε, ο Γεώργιος Αυλάμης.


          Στην Πολυκλινική, «η στέγη» που είχε προσφέρει ο Κωνσταντίνος Αλιβιζάτος και οι συγγενείς του, φαίνεται πως ήταν ακόμη μεγαλύτερη και αποκαλύφθηκε με τη δικτατορία το 1967. Τότε ορισμένοι γιατροί της Νευροχειρουργικής Κλινικής, που λειτουργούσε με Διευθυντή τον Δώρο Οικονόμο και είχε δεσπόζουσα θέση στη χώρα μας, μεταφέρθηκαν συλληφθέντες από τη Χούντα στη Λέρο ή υπέστησαν άλλους περιορισμούς, ώστε να επηρεασθεί για αρκετό διάστημα η λειτουργία της Νευροχειρουργικής Κλινικής. Ήταν ένα από τα πολλά δείγματα της απάνθρωπης συμπεριφοράς εκείνης της εξουσίας, που όμως δεν την πολέμησαν όλοι οι Έλληνες και όλοι οι θεσμοί της κοινωνίας. Γι’ αυτό και παρεμφερής άρρωστη συμπεριφορά από τους κρατούντες προς κοινωνικά υπεύθυνους ανθρώπους δεν έσβησε μέσα στην κοινωνία μας τα χρόνια που ακολούθησαν.
          Αυτό το μεγαλείο που ονομάσθηκε Πολυκλινική Αθηνών,αφού δεν ήταν κερδοσκοπικό, όπως οι επιχειρήσεις, ήταν επόμενο πως κάποια στιγμή θα λύγιζε μπροστά στις τεράστιες οικονομικές απαιτήσεις (σε δαπάνες) της σύγχρονης Ιατρικής. Όπως έγινε μερικά χρόνια πριν με το Γερουλάνειο. Το 1990,με το ξεκίνημα του θεσμού του ΕΣΥ, παραδόθηκε στο κράτος από τον τελευταίο Πρόεδρό του στο Ίδρυμα, τον αείμνηστο στυλοβάτη του, τον Ιωάννη (John) Aλιβιζάτο. Αλλά και αυτή η τελευταία πράξη είχε το πνεύμα που είχε καλλιεργήσει η οικογένεια: δεν πουλήθηκε, αλλά παραχωρήθηκε στο Εθνικό Σύστημα Υγείας.


Για λόγους οικονομικούς, δηλαδή για τις μεγάλες δαπάνες από την εξέλιξη της Ιατρικής, αυτό το μικρό για τον σύγχρονο κόσμο νοσοκομείο υπέκυψε και το κράτος το 2010 το «ένωσε», για να συλλειτουργήσει με τον Ευαγγελισμό και το Οφθαλμιατρείο, και στην συνέχεια το μετέτρεψε από Νοσοκομείο σε Κέντρο Πρωτοβάθμιας Φροντίδας Υγείας. Στο μεταξύ, η Πολυκλινική Αθηνών είχε συμπληρώσει πάνω από έναν αιώνα λαμπρής παρουσίας και είχε δώσει πολλά στην Ιατρική, στη εκπαίδευση των γιατρών και στην κοινωνία των ασθενών.Και ένα παράδειγμα – μάθημα στην κοινωνία ολόκληρη για το ποιες είναι οι αξίες στη ζωή, όταν η θεώρηση είναι ανθρώπινη.            

Επίλογος
Η ιστορία της Πολυκλινικής ήταν μία ξέχωρη πρωτοβουλία, που έχει αφήσει αποτελέσματα τόσα πολλά, που ίσως και οι ιδρυτές της δεν είχαν φαντασθεί. Ήταν καρπός μιας νοοτροπίας και αντίληψης περί την άσκηση της Ιατρικής και μιας κοινωνικής ιδεολογίας, που συνεχίσθηκε σε τέσσερις γενιές μέχρι σήμερα στους τομείς της Ιατρικής, της Έρευνας στη Βιολογική Χημεία(τώρα στην Αμερική από απογόνους τους), στη Θεολογία, στη Νομική και στην Πολιτική μέχρι τις μέρες μας.



ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ:
-  Καταστατικόν «Πολυκλινικής Αθηνών», Τυπογραφείον «Παλλιγενεσίας», Αθήναι 1904.
-  Γενικά Αρχεία Νοσοκομείου Αθηνών «Πολυκλινική», 1903-2003. Παρελθόν, Παρόν και Μέλλον, έκδοση Πολυκλινικής, Νοέμβριος 2003.
- ΑΛΙΒΙΖΑΤΟΣ ΠΕΤΡΟΣ, «Πολυκλινική Αθηνών.Νικόλαος και Ανδρέας Αλιβιζάτος», εισήγηση στο 7ο Συμπόσιο Φυσιατρικής,  Αργοστόλι 1999.
- ΒΩΡΟΣ ΔΙΟΝΥΣΗΣ, «Γιατροί από την Κεφαλονιά στις Ιατρικές Σχολές της χώρας», περ. Η Κεφαλονίτικη Πρόοδος, τχ. 5 (Ιανουάριος–Μάρτιος 2013), σσ.8-16.
- ΜΑΡΚΕΤΟΣ ΣΠΥΡΟΣ, Ιστορία της Ιατρικής του 20ού αιώνα. Ι. Οι Έλληνες πρωτοπόροι – 11 -Νικόλαος Σπ. Αλιβιζάτος (1872-1945), εκδ. ΖΗΤΑ, Αθήνα 2011.
 
16. Prevention of Entero-Atmospheric Fistula:The Initial Closure of the Abdomen.
Hellenic Journal of Surgery (2020) 92:5-6, 208-210
Voros D., Anastasopoulos G., Sarris G., Fotopoulos A., Marinis A.,Dougli K.

Prevention of Entero Atmospheric Fistula exe.pdf (1.5MB)
  

 

17. Προβλήματα σχετικά με την Ειδικότητα της Χειρουργικής.
        Πανελλήνιο Συνέδριο Θεσσαλονίκης-Προεδρείο, Ιούνιος 2021.



''Αγαπητοί Συνάδελφοι,
Επειδή δεν μπόρεσα να είμαι παρών έκρινα χρήσιμο λόγω της σοβαρότητας του θέματος να εκθέσω τα παρακάτω:
Έγιναν πολλές προσπάθειες τα τελευταία 25 χρόνια να θεσμοθετηθεί η υποχρέωση που έχουμε για την εκπαίδευση και την άσκηση των γιατρών στην φάση της ειδικότητας. Τα γνωρίζω προσωπικά άμεσα γιατί συμμετείχα5 συνεχόμενα χρόνια στην Επιτροπή του ΚΕΣΥ και συνάντησα τους Υπουργούς Υγείας της τελευταίας 10ετίας. Υπήρξε δυστυχώς διαχρονική αδράνεια από το Υπουργείο Υγείας και πολλούς θεσμικούς φορείς του χώρου μας.


Όμως το 2019 μετά από πίεση των περισσότερων Επιστημονικών Εταιρειών, εν προκειμένω της Εταιρείας μας, ΕΧΕ, το ΚΕΣΥ πήρε απόφαση για την χειρουργική και έγινε Νόμος του Κράτους με το ΦΕΚ 2382 της 19/6/2019 (τεύχος 20).
Νομίζω πως όταν εφαρμοσθεί θα δούμε το αδύνατο σημείο του αριθμού επεμβάσεων ανά πάθηση αντί του ποσοστού επί του συνόλου. Αλλά οι βελτιώσεις είναι πάντα εφικτές.
Ατυχώς αυτό δεν εστάλη ποτέ σαν οδηγία στο νοσοκομεία και στις χειρουργικές κλινικές της χώρας. Το διασταύρωσα και πρόσφατα.
Είναι όμως και ειρωνικό, μετά από τόσες προσπάθειες,ότι και οι ενδιαφερόμενοι δηλαδή οι ειδικευόμενοι και οι υποψήφιοι για ειδικότητα που προφανώς το γνωρίζουν και έπρεπε να το γνωρίζουν, δεν τα αναζήτησαν και δεν απαίτησαν την εφαρμογή του. Το ίδιο ισχύει και για τους φορείς που συμμετέχουν όπως Ενώσεις Νοσοκομειακών Γιατρών, Σύλλογοι Ειδικευομένων, Ιατρικοί Σύλλογοι και Ιατρικές Σχολές.
Νομίζω πως πρέπει άμεσα να γίνουν κινήσεις στην κατεύθυνση αυτή από όλους. Τα δίκαια αιτήματα δεν πραγματοποιούνται απλά από συζήτηση και συνθήματα αλλά με εγρήγορση, ενημέρωση και οργανωμένες απαιτήσεις.Εδώ δεν πρόκειται για χάρη αλλά είναι αναμφισβήτητο δικαίωμα.
Συναδελφικά, 
Διονύσης Βώρος''


 
18. Η αξιοποίηση του ανθρώπινου δυναμικού για ένα νέο ΕΣΥ.
 Εφημερίδα ΤΟ ΒΗΜΑ, 18/7/2021.


Έχει εξαγγελθεί από τους αρμόδιους Κυβερνητικούς φορείς πως θα εκσυγχρονισθεί το Εθνικό Σύστημα Υγείας. Προφανώς και φυσικό είναι να εννοείται για μετά τον έλεγχο της Πανδημίας. Έχουν γραφτεί σαν προτάσεις πολλά από συναδέλφους γιατρούς και άλλους από τον χώρο της υγείας. Εστιάζουν και είναι επόμενο στην πρόσληψη γιατρών και νοσηλευτικού προσωπικού και στην ενδεχόμενη συνεργασία (αν γίνει σωστά) με τον ιδιωτικό φορέα.
Όμως είναι πολύ ουσιαστικό και ίσως το πρώτο να αξιοποιηθεί σωστά το ανθρώπινο δυναμικό που είναι η ψυχή για κάθε χώρο και για τον χώρο της υγείας περισσότερο. Γιατί χωρίς να απαιτούνται χρήματα θα προκύψει ποιοτική αναβάθμιση και από τη σωστή λειτουργία εξοικονόμηση χρημάτων.
Έχει χρονίσει η αδράνεια και τα προβλήματα έγιναν πληγές. Κατά την γνώμη μου και αυτό έχει προκύψει από πολλές εκτιμήσεις, διαδικασίες, επιτροπές (που κι γω συμμετείχα) διαχρονικά, τα κύρια θέματα είναι τα παρακάτω:


1.       Ο νόμος για την ειδικότητα των Γιατρών. Είναι σε εκκρεμότητα περίπου 20 χρόνια, ενώ είναι φτιαγμένος σύμφωνα με τα διεθνώς κρατούντα, με προσαρμογή στην Ελληνική πραγματικότητα. Μένουν αρρύθμιστα δύο σοβαρές πτυχές του:
α) η θεσμοθέτηση του δικαιώματος των ειδικευομένων γιατρών να εκπαιδευθούν από τους δασκάλους τους όσο είναι αναγκαίο όχι μόνο θεωρητικά αλλά και πρακτικά. Γιατί στο 60% των ειδικοτήτων, εκτός από την γνώση χρειάζεται και άσκηση (εκτέλεση πράξεων-skills) και έτσι γίνεται διεθνώς. Σήμερα η κύρια και ουσιαστική εκπαίδευση των γιατρών, μετά τις βασικές σπουδές στο Πανεπιστήμιο, είναι στη φάση της ειδικότητας γιατί αυτήν θα ασκήσουν στην διαδρομή τους, β)Η διαδικασία επιλογής για την είσοδο στην ειδικότητα. Εξακολουθεί να ισχύει η λίστα αναμονής που δεν υπάρχει σε καμία χώρα ούτε είναι για καμία άλλη θέση εκπαίδευσης ή εργασίας στην χώρα μας.
Τα δύο παραπάνω προβλήματα είναι ίσως ο κύριος λόγος που οδηγεί τους νέους γιατρούς μας να φεύγουν σε ποσοστό μέχρι 50% μόλις πάρουν πτυχίο για να κάνουν ειδικότητα σε άλλη χώρα από όπου κατά κανόνα δεν θα επιστρέψουν ποτέ. Πρόκειται για απώλεια κοινωνικού θησαυρού (δημοσιεύσεις στην ιστοσελίδα μου www.dionysiosvoros.eu)


2.       Η ανάγκη για τις εξειδικεύσεις.Η εξέλιξη της Ιατρικής, περισσότερο από ότι συμβαίνει σε άλλες Επιστήμες, έχει οδηγήσει παγκόσμια στην ανάδειξη και εξειδικεύσεων στον χώρο όλων των γνωστών μας ειδικοτήτων. Στην χώρα μας έχουμε τουλάχιστον 20 μεγάλα νοσοκομεία όπως τα Ογκολογικά, τα μεγάλα ορθοπεδικά             ( Βούλας, ΚΑΤ) των Αθηνών, τα Παιδιατρικά, τα Πανεπιστημιακά και άλλα μεγάλα νοσοκομεία που από την υποδομή και τις δραστηριότητες τους θα μπορούσαν να δίνουν πολλές από τις καθιερωμένες πλέον διεθνώς εξειδικεύσεις με τα καθορισμένα σε άλλες χώρες κριτήρια. Αυτό όμως δεν γίνεται και παρά τις προσπάθειες που διαχρονικά έχουν γίνει, έχουμε 4-5 για το σύνολο όλων των ειδικοτήτων αντί για δεκάδες που θα μπορούσαμε. Αποτέλεσμα είναι ότι οι νέοι γιατροί όλων των ειδικοτήτων που θέλουν και είναι πλέον ανάγκη να εξειδικεύονται καταφεύγουν σε άλλες χώρες.


3.       Κριτήρια επιλογής για την είσοδο και εξέλιξη των γιατρών. Αναμφίβολα η προϋπηρεσία στο ΕΣΥ είναι ουσιώδες κριτήριο για βαθμολόγηση (μοριοδότηση) γιατί ο κρινόμενος έχει προσφέρει υπηρεσίες και μάλιστα από δυσχερείς συνθήκες και έχει δοκιμασθεί στην πράξη.Αλλά και οι μετεκπαιδεύσεις και κύρια εξειδικεύσεις είναι πλέον αναγκαίο στοιχείο για τον εκσυγχρονισμό και την εξέλιξη του συστήματος. Ιδιαίτερα οι θέσεις Διευθυντών Κλινικών και Εργαστηρίων που έχουν καθοριστικό ρόλο για την Επιστημονική και Εκπαιδευτική λειτουργία και εξέλιξη της κάθε μονάδας πρέπει να είναι με διαδικασίες ανοικτές για όλους, από όλους τους χώρους. Και η προϋπηρεσία να λαμβάνεται υπόψιν χωρίς όμως να παραβλέπεται η αποδεδειγμένη πρόσθετη σύγχρονη εκπαίδευση και κύρια οι εξειδικεύσεις που θα δώσουν στα μεγάλα νοσοκομεία μας νέα πνοή και εξέλιξη.


4.       Οι Διοικήσεις των Νοσοκομείων.Στον σύγχρονο κόσμο οι πολύπλευρες πλέον και δαπανηρές πτυχές της διοίκησης των νοσοκομείων, κύρια των μεγάλων, ανατίθενται σε ανθρώπους που έχουν κάνει ειδικές σπουδές (Hospital administration) για το θέμα αυτό και προέρχονται από τον χώρο της Ιατρικής ή των οικονομικών, νομικών και διοικητικών Επιστημών. Στην χώρα μας έκανε διορατικό βήμα ο αείμνηστος Καθηγητής Σπύρος Δοξιάδης σαν Υπουργός Υγείας στην πρώτη Κυβέρνηση της μεταπολίτευσης παροτρύνοντας κάποιους νέους της εποχής εκείνης να σπουδάσουν για αυτό σε άλλες χώρες. Δεν είχε μιμητές. Και είναι γεγονός πως από αρκετά χρόνια έγιναν και στην χώρα μας τέτοια προγράμματα σπουδών τόσο στα πρώην ΤΕΙ(τώρα Πανεπιστήμια) και στην Σχολή Δημόσιας Υγείας. Και άλλοι σπουδάζουν αντίστοιχα σε Πανεπιστήμια του Εξωτερικού.  Οι έχοντες τέτοιες σπουδές,γιατροί ή όχι, έχουν την τεχνογνωσία και την δυνατότητα να επικοινωνούν εποικοδομητικά με τους εκλεγμένους Ιατρικούς Φορείς των νοσοκομείων (Τομεάρχες,Ιατρική Υπηρεσία, Επιστημονική Επιτροπή, Επιτροπή Δεοντολογίας) ώστε να υπάρχει κοινή πλεύση. Στην χώρα μας, όπως έγινε και πριν χρόνια, οι Διοικήσεις εκλέγονται με τα κριτήρια του περασμένου αιώνα. Έτσι ο εκσυγχρονισμός των νοσοκομείων δεν επιτυγχάνεται. Αλλά και οι δαπάνες δεν κατευθύνονται ορθολογικά. Η ορθή τακτική θα μπορούσε να εξοικονομήσει τόσα χρήματα που να καλυφθούν οι ανάγκες για πολλές θέσεις γιατρών και νοσηλευτών. Ας ελπίσουμε να το κατανοήσουν, έστω και αργά, οι αρμόδιοι.
 
 



19. Η Ιατρική Σχολή του ΕΚΠΑ στον 21ο αιώνα.
Εφημερίδα Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, 7/7/2021.


Διάβασα στην «Κ» της 13.6.2021 το άρθρο του καθηγητή Θάνου Δημόπουλου
«Στόχοι για την ανάπτυξη της Ιατρικής Σχολής του ΕΚΠΑ τον 21ο αιώνα» με
ιδιαίτερη προσοχή. Γιατί το θέμα είναι πολύ σοβαρό αφού αφορά την πρώτη
χρονικά και σε μέγεθος Ιατρική Σχολή της χώρας μας και επίκαιρο γιατί η
ανάγκη να συμπορευθούμε με την ευρωπαϊκή πραγματικότητα επιτάσσει τον
εκσυγχρονισμό. Ο κ. Δημόπουλος, με τον οποίο συνυπήρξα πολλά χρόνια
στους ίδιους χώρους, έχει κάνει όλη τη διαδρομή του στη Σχολή αυτή, έχει
διατελέσει πρόεδρός της και είναι αρκετά χρόνια πρύτανης και ως εκ
τούτου είναι γνώστης. Γι’ αυτό όσα γράφει είναι τα πιο βασικά και οι
απόψεις του νομίζω σωστές.
Όμως για να γίνει το βήμα προς τον εκσυγχρονισμό, την πρόοδο, την
απόδοση και την ανύψωση του κύρους της Σχολής πρέπει πολλά προβλήματα
που έχουν εξελιχθεί σε πληγές, να αντιμετωπισθούν με γενναιότητα και
μάλιστα άμεσα. Νομίζω πως μπορώ να τα εκθέσω γιατί έζησα στον χώρο της
Σχολής από φοιτητής μέχρι και το τέλος της διαδρομής μου και λειτούργησα
σε μερικές σημαντικές θέσεις, όπως διευθυντής Κλινικής, αντιπρόεδρος
της Σχολής και εξ αυτού πρόεδρος των Πανεπιστημιακών Νοσοκομείων,
εκπρόσωπος της Σχολής στη Σύγκλητο και μέλος πολλών Επιτροπών, όπως
Προγράμματος Σπουδών, εγκατάστασης της Σχολής στο Αττικό Νοσοκομείο. Τα
προβλήματα αυτά πιστεύω πως είναι:


1. Το Πρόγραμμα Σπουδών. Το φτιάξαμε το 1985 με αφορμή τον τότε
πρόσφατο νόμο 1268/1982. Από τότε δεν έχει ουσιαστικά εκσυγχρονισθεί
παρά τις κοπιώδεις προσπάθειες και εισηγήσεις επιτροπών. Λόγος η άρνηση
των εκπροσώπων των φοιτητών από νεανικό φόβο ή έλλειψη εμπιστοσύνης, που
είχαν όμως όπλο τους την απειλή προς τον εκάστοτε πρόεδρο για την ψήφο
τους σε επερχόμενες εκλογές. Αποτέλεσμα: Είναι εκτός Προγράμματος
μαθήματα των σύγχρονων προγραμμάτων του κόσμου και των περισσότερων
σχολών της χώρας μας, όπως Αναισθησιολογία, Νευροχειρουργική, Κλινική
Γενετική, Τραυματολογία (ψηφίσθηκαν και δεν εφαρμόσθηκαν) και που έχουμε
αντίστοιχες κλινικές. Ενώ συγχρόνως καταλαμβάνουν χώρο στο Πρόγραμμα
μαθήματα που μπήκαν πριν από δεκαετίες από διάφορες συγκυρίες και δεν
διδάσκονται στα σύγχρονα προγράμματα, ούτε και στις άλλες Ιατρικές
Σχολές της χώρας μας.


2. Η αξιοκρατία ή μη στην επιλογή και εξέλιξη μελών
Διδακτικού Προσωπικού (ΔΕΠ) για όλες τις βαθμίδες, η προκήρυξη
«φωτογραφικών» θέσεων, οι μεροληπτικές μεταγραφές, η οικογενειοκρατία
(αναμφίβολα μερικοί εκτός από το όνομά τους έχουν και το έργο τους)
αποτέλεσαν διαχρονικά και μέχρι σήμερα προβλήματα που έφθασαν ακόμη και
στον ημερήσιο Τύπο από γνωστούς ακαδημαϊκούς και πολιτικούς (Θ. Βερέμης,
Χ. Μουτσόπουλος, Μ. Γιαννάκου) και απαξιώνουν τον θεσμό που λέγεται
Πανεπιστήμιο στην κοινωνία όλη. Αλλά το πιο θλιβερό είναι πως
δημιουργούν άσχημη ψυχολογία και έλλειψη εμπιστοσύνης στα νέα παιδιά που
σπουδάζουν και έρχονται στο Πανεπιστήμιο με διάθεση εκτός από τη γνώση
να δουν παραδείγματα για τις επιλογές τους στη ζωή.
3. Για την επιλογή και εκλογή σε θέσεις διοίκησης, εν προκειμένω
προέδρων της Σχολής και άλλων θέσεων, που αναφέρεται ο κ. Δημόπουλος,
δεν έχουν ακόμη κλείσει οι πληγές (μέχρι τον νόμο του 2011) από τη
συναλλαγή εκπροσώπων φοιτητικών παρατάξεων με τους υποψηφίους προέδρους
κ.ά. Ευχή και ανάγκη είναι να μην αναπαράγεται το ίδιο κλίμα ανάμεσα
στους υποψηφίους και τα μέλη ΔΕΠ σε σχέση με την εξέλιξή τους. Ήδη έχει
προκύψει η ανάγκη να αλλάξει η διαδικασία εκλογής διευθυντών Κλινικών
και Εργαστηρίων.


4. Η αναδιάρθρωση-διαίρεση της Ιατρικής Σχολής σε δύο τμήματα. Η
Σχολή μας όπως δομήθηκε και συμπληρώθηκε διαχρονικά από διάφορες
ευεργεσίες και συγκυρίες έχει σε μέγεθος αριθμό Διδακτικού Προσωπικού
και υποδομών τουλάχιστον διπλάσιο των Ιατρικών Σχολών του σύγχρονου
κόσμου και τριπλάσιο των νέων δικών μας Σχολών (που δέχονται όμως
παραπλήσιο αριθμό φοιτητών). Αυτό δημιουργεί λειτουργικά προβλήματα στον
σχεδιασμό και έλεγχο του έργου της σύμφωνα με τις διεθνείς εμπειρίες.
Στο Παρίσι η διαίρεση της μεγάλης σχολής σε επτά έγινε το 1968 (σήμερα
είναι πέντε). Στο Λονδίνο λειτουργούν τέσσερις Ιατρικές Σχολές στο ίδιο
Πανεπιστήμιο (University of London). Στη χώρα μας από το 1995 το θέμα
συζητήθηκε σε όλα τα επίπεδα (Σχολή, Σύγκλητος, Υπουργεία) και σε
σύσκεψη υπό τον πρωθυπουργό κ. Σημίτη στο γραφείο του, όπου δηλώθηκε
αποδοχή της πρότασης (λεπτομέρειες στην ιστοσελίδα μου:
www.dionysiosvoros.eu). 


Στο υπουργείο Παιδείας έχει συζητηθεί επί όλων των κυβερνήσεων των
τελευταίων ετών. Δεν έχει ποτέ δηλωθεί ο λόγος της μη υλοποίησης, ούτε
ποιοι θεσμικοί συνομιλητές των υπουργών διατύπωσαν άλλες απόψεις. Και
παρότι τα τελευταία 20 χρόνια υπάρχει και η πρόσκληση της λειτουργίας
του Αττικού Νοσοκομείου που από κάθε άποψη μπορούσε να είναι ο δεύτερος
πόλος (δεύτερο τμήμα), αφού ήδη το 1/3 της Ιατρικής μας Σχολής έχει εκεί
εγκατασταθεί. Παρεμφερές πρόβλημα υπάρχει και με το μέγεθος ορισμένων
Κλινικών που είχε θεσμοθετηθεί και ακυρώθηκε.
Όλα τα παραπάνω χρειάζονται σοβαρή και υπεύθυνη αντιμετώπιση. Αφορούν
θησαυρό της κοινωνίας μας. Οι νέοι γιατροί μας σε ποσοστό που αγγίζει
το 40% αναχωρούν για άλλες χώρες μόλις πάρουν το πτυχίο τους!

 

 




Γραφείο

τηλ : 210 7706 152
φαξ: 210 6972 444

 

/////////////////////////////////////////////////////

 

tel.: (0030) 210 7706 152

fax: (0030) 210 6972 957