Κείμενα για την Ιατρική

Τα τρία κείμενα που ακολουθούν, γράφτηκαν σε διάφορες χρονικές φάσεις που καταγράφονται, επειδή ήταν στην επικαιρότητα από διάφορες συγκυρίες, έχουν όμως ιστορικό πολλών ετών.  Δεν περιέχουν μόνο τις απόψεις του γράφοντος αλλά δίνουν τη διαχρονική πορεία προβλημάτων που ενώ είναι σοβαρά δεν λύθηκαν.

 

Όταν γράφτηκαν δημοσιοποιήθηκαν προς τα μέλη ΔΕΠ της Ιατρικής Σχολής της Αθήνας και τους Φοιτητές μέσω του ηλεκτρονικού δικτύου της Σχολής, ενώ το τελευταίο σε εφημερίδα σημαντικής κυκλοφορίας. Πρόσφατα που έγινε η αξιολόγηση της Ιατρικής Σχολής από ακαδημαϊκούς άλλων χωρών -όπως προβλέπει ο νόμος των ΑΕΙ- έγινε σαφές πως και εκείνοι τα είδαν σαν σημαντικά προβλήματα μας.


 Αποφάσισα να τα δημοσιοποιήσω πάλι εδώ γιατί θα είναι χρήσιμο βοήθημα για όσους πρόκειται ν’ ασχοληθούν μ’ αυτά. Είναι σίγουρο πως έστω και αργά θ’ ασχοληθούν με αυτά οι φορείς και τα άτομα που έχουν χρέος και που τόσα χρόνια  τα υποβάθμισαν επειδή προσέκρουαν σε συμφέροντα ομάδων και ατόμων παραγνωρίζοντας πως αφορούν κοινωνικά αγαθά.


Αθήνα, Ιούλιος 2014

 

- - - - - - - - - - - - - - - - - - - --- - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - 

  

 

 

1. ΤΟ ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΙΚΟ ΜΑΣ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ ΑΠΟ ΤΟ Ν 1268/82 ΜΕΧΡΙ ΣΗΜΕΡΑ 

Ιαν. 2011

  
Αγαπητοί Συνάδελφοι,
 
Καλή Χρονιάκαι καλή δύναμη για τις προσπάθειες που έχουμε να κάνουμε.
Πριν από λίγες βδομάδες λάβαμε διαδοχικά μέσω του διαδικτύου κάποια κείμενα σχετιζόμενα με τις Ιατρικές σπουδές και θεώρησα χρήσιμο να καταθέσω κι εγώ όσα γνωρίζω, γιατί το θέμα είναι σημαντικό και πάντα επίκαιρο.

 
Στις 2/11/10 ο Καθηγητής κ. Μ. Κουτσιλιέρης έστειλε τις απόψεις και προτάσεις που κατέθεσε στην Ιατρική Σχολή το 1978 ο αείμνηστος Καθηγητής Κ. Γαρδίκας για την Ιατρική Προπτυχιακή Εκπαίδευση. Την ίδια μέρα ο Καθηγητής κ. Ε. Γεωργίου έστειλε ενδεικτικά ενημερωτικό κείμενο για το σύγχρονο γίγνεσθαι στις ΗΠΑ και τον Καναδά (στοιχεία 128 Σχολών). Και τέλος στις 10/11/10 ο Καθηγητής κ. Ν. Ζακόπουλος έστειλε τις προτάσεις που δημοσιεύθηκαν το 1989 στο περιοδικό «Ιπποκράτης» από ομάδα μελέτης του Καθηγητή κ. Σ.Μουλόπουλου, στην οποία συμμετείχα κι εγώ μαζί με άλλα μέλη  ΔΕΠ της Σχολής. Τίτλος της: Μία πρόταση για τα Πανεπιστήμια. Σκοπός της: Μια διέξοδος στις αντικρουόμενες απόψεις που ήταν στο προσκήνιο 7 χρόνια μετά την εφαρμογή του Ν 1268/82 ανάμεσα στους υποστηρικτικές και επικριτές του ακαδημαϊκού νόμου.


Οι νεότεροι που ενδεχόμενα διάβασαν τα παραπάνω θα διερωτώνται αν αυτές οι προτάσεις που έγιναν τριάντα και είκοσι χρόνια νωρίτερα είναι τα μόνα δεδομένα της πορείας μας και αν η επίκληση των σημερινών προγραμμάτων των ΗΠΑ και του Καναδά μας δίνει διέξοδο χωρίς πολλή επεξεργασία.


Προσωπικά γνωρίζω όλα τα παραπάνω που αναφέρθηκαν, όπως και άλλοι συνάδελφοι που συμμετείχαμε πολλά χρόνια στα όργανα της Ιατρικής Σχολής. Γνωρίζω όμως και όλα τα άλλα που έγιναν και περισσότερα άλλα που δεν έγιναν, ώστε να είμαστε σήμερα στο σημείο που σαφώς δεν δικαιώνει ούτε την προσπάθεια των Δασκάλων ούτε τον κόπο των Φοιτητών και το επίπεδο όλων. Η κατάθεσή τους μπορεί να αναδείξει με σαφήνεια γιατί δεν προχωρήσαμε και τι χρειάζεται να γίνει άμεσα,για να μην οδηγηθούμε σε τελικά αδιέξοδα.


Το κείμενο που ακολουθεί θάχει κατ’ ανάγκη την διάταξη της χρονικής αναφοράς των γεγονότων, την προσπάθεια ερμηνείας των προβλημάτων που ανέκυψαν και την άποψη του γράφοντος γι’ αυτό που χρειαζόμαστε.


Στην θητεία του πρώτου μετά το νόμο 1268/82 Προέδρου της Ιατρικής κ. Κ. Παπαδάτου (1983-7) έγινε η πρώτη αλλαγή του Προγράμματος Σπουδών. Επρόκειτο για σημαντική αλλαγή, γιατί εκτός από την καθιέρωση των εξαμήνων και την προσθήκη των κατ’ επιλογήν μαθημάτων που επέβαλε ο νέος νόμος, αξιοποιήθηκε η ευκαιρία για πιο αποδοτικούς τρόπους διδασκαλίας. Ενδεικτικό είναι ότι όλα τα μαθήματα των ειδικοτήτων Παθολογίας και Χειρουργικής που διδάσκουμε σήμερα στο 9ο και 10ο εξάμηνο (5ο έτος του παλιού προγράμματος) διδάσκονται με το σημερινό τρόπο, ενώ προηγουμένως εδιδάσκοντο κύρια με τη νοοτροπία της «από έδρας διδασκαλίας» σε ωριαία βάση για όλο το χρόνο. Για παράδειγμα: το πρόγραμμα είχε 8-9 π.μ. Καρδιολογία και 9-10 π.μ. ΩΡΛ από τον Οκτώβριο μέχρι τον Ιούνιο. Επρόκειτο για σοβαρή αλλαγή, γιατί πέραν της ουσίας είχε να αντιμετωπίσει και τη νοοτροπία των καθηγητών, που δεν αποδέχονταν πωςτο μάθημά τους, που γινόταν όλο το χρόνο, θα είχε τώρα διάρκεια 2 εβδομάδων και ας ήταν οι ώρες διδασκαλίας περισσότερες.


Όμως οι σημαντικές για την εποχή εκείνη αλλαγές έγιναν, γιατί η Επιτροπή Σπουδών με συγκρότηση όπως η σημερινή και ανελλιπή συμμετοχή των Φοιτητών, ετοίμασε για πολύ διάστημα την πρόταση όπως τη θεωρούσαν χρήσιμη οι Διδάσκοντες και την έβλεπαν ως ωφέλιμη οι Φοιτητές. Υπήρχε κλίμα εμπιστοσύνης, συνεργασίας και σύνθεσης απόψεων. Είχα την τύχη και την τιμή να συμμετέχω σ’ αυτή την Επιτροπή και καταθέτω ότι το τελικό κείμενο που είχε και τη διάταξη του ωρολογίου προγράμματος, κατατέθηκε εκ μέρους όλων των Φοιτητών από τον τότε μαθητή μας και σήμερα Καθηγητή Ογκολογίας στη Βοστώνη κ. Όθωνα Ηλιόπουλο και ψηφίσθηκε αυτούσιο από τη Γ. Σ. της Σχολής.
Η αλήθεια δυστυχώς είναι πως εκείνη η διαδικασία ήταν η πρώτη και τελευταία επιτυχής προσπάθεια εκσυγχρονισμού του προγράμματός μας. Αν είχε συνεχιστεί με τέτοιο πνεύμα και ρυθμούς, σίγουρα θα είμαστε σήμερα πιο υπερήφανοι για ό,τι κάναμε όλοι.

 


 Κατά την περίοδο 1998-1999 συζητήθηκε από την Επιτροπή και ετοιμάσθηκε ο εμπλουτισμός του προγράμματος με νέα μαθήματα: όπως η Αναισθησιολογία και η Κλινική Γενετική. Υπήρχαν ήδη στα σύγχρονα προγράμματα άλλων χωρών αλλά και στις περισσότερες Ιατρικές Σχολές της χώρας μας. Επειδή συμμετείχα και σ’ αυτή την Επιτροπή, καταθέτω πως οι Φοιτητές παρά τις επιφυλάξεις τους για τον ενδεχόμενο φόρτο του όλου προγράμματος και τη χρονική κατανομή, το αποδέχθηκαν και ψηφίσθηκε από τη Γ.Σ., με την προοπτική να αρχίσει η υλοποίηση για τους Φοιτητές που θα εισάγονταν στη Σχολή το έτος εκείνο, όταν θα έφθαναν στα προβλεπόμενα εξάμηνα. Τα επόμενα χρόνια εγράφετο στον Οδηγό Σπουδών η απόφαση αυτή και η χρονική προοπτική της. Όμως από το 2002 έπαψε ν’ αναφέρεται στον Οδηγό Σπουδών, χωρίς να υπάρχει καμία σχετική απόφαση της Σχολής. Είναι η πρώτη φορά που απόφαση τέτοιας σημασίας, διεγράφη χωρίς να υπάρξει άλλη ακυρωτική απόφαση από τα αρμόδια όργανα της Σχολής. Ήταν ίσως η αρχή της νέας για το πρόγραμμα εποχής!......

 


Την περίοδο 1999-2001 είχα την ευθύνη της Επιτροπής Προγράμματος ως αναπληρωτής Πρόεδρος της Σχολής. Παρά τους περιορισμούς που προέκυψαν από τις πολύμηνες απεργίες ΔΕΠ και Φοιτητών για το νόμο Παπαδόπουλου,η Επιτροπή λειτούργησε με αδιάλειπτη και επαγωγική συμμετοχή και συζήτηση των Τομεαρχών  και των Φοιτητών. Μελετήθηκαν για  πολύ διάστημα οι προτάσεις κύρια του Τομέα Παθολογίας. Γνωρίζαμε πως μερικοί Καθηγητές που δεν ήταν μέλη της Επιτροπής Σπουδών, είχαν επιφυλάξεις ο καθένας για το αντικείμενο που άμεσα ή έμμεσα τον αφορούσε. Φαίνεται ότι κατόρθωσαν να επηρεάσουν και τους εκπροσώπους των Φοιτητών στη Γ.Σ.  της Σχολής. Έτσι στην τελευταία συνεδρίαση του έτους,που έχει καταντήσει η μοιραία ημέρα για το Πρόγραμμα Σπουδών, ο Πρόεδρος της Σχολής εδήλωσε ότι: «Η συζήτηση για το πρόγραμμα αναβάλλεται για την επόμενη χρονιά». Νομίζω πως και εδώ η κύρια πίεση προς τον Πρόεδρο ήταν ή τουλάχιστον εκφράσθηκε από τους Φοιτητές μας που συμμετείχαν στη Γ. Σ.Περισσότερα γι’ αυτό γνωρίζουν οι ίδιοι!... Για εμέ ήταν η τελευταία συμμετοχή στην Επιτροπή Προγράμματος Σπουδών. Δεν αποδέχθηκα ποτέ άλλοτε την πρόταση παρ’ότι συνέχισα να είμαι μέλος της Γ.Σ. της Σχολής. Όμως δηλώνω πως δε μετάνιωσα για τις 2 δεκαετίες που συμμετείχα. Το θεωρώ χρέος μου και νομίζω πως προσπάθησα και προσέφερα ό,τι οι δυνάμεις μου επέτρεπαν, ίσως και παραπάνω.

 


Την ακαδημαϊκή χρονιά που πέρασε (2009-2010)  η Επιτροπή Σπουδών ετοίμασε πρόταση, που εκτός από άλλα επιμέρους θέματα είχε ως κύριο περιεχόμενο την προσθήκη στο πρόγραμμα των μαθημάτων της Αναισθησιολογίας και της Γενετικής, πράγμα που όπως ανέφερα   έχει ιστορία. Το θέμα ήλθε για συζήτηση στην τελευταία, όπως πάντα, Γ.Σ. της Σχολής. Η παρουσία μελών ΔΕΠ στην Γ.Σ δεν ήταν η αναμενόμενη!... Ήταν όμως μεγάλος αριθμός Φοιτητών, οι οποίοι αντί για συζήτηση ή κατάθεση άλλων απόψεων μας τραγούδησαν πολλά επαναστατικά άσματα που αφορούσαν πολλά γεγονότα και πρόσωπα του αιώνα που πέρασε με ποικίλες μνήμες.  Θα απορούσε ο καθένας, τι σχέση έχουν οι επαναστάσεις με την επιδίωξη της στασιμότητας. Οι επαναστάσεις είχαν πάντα σκοπό να κάνουν βήματα μπροστά. Όσοι από εμάς γνωρίζουμε, επειδή συμμετείχαμε πολλά χρόνια,καταλάβαμε πως επαναλαμβάνεται το γνωστό σκηνικό. Σημασία έχει ότι έληξε άδοξα και αυτή τη φορά η τελευταία συνεδρίαση του έτους που αφορά και το Πρόγραμμα Σπουδών. Τα πρακτικά αυτής της συνεδρίασης όπως και  της προηγούμενης που συζητήθηκε το πρόβλημα των  βιβλίων, δεν έχουν ακόμη απομαγνητοφωνηθεί!...

 


Είναι λοιπόν ειρωνικό και τραγικό ότι οι Φοιτητές μας, ένα σύνολο προικισμένων νέων ανθρώπων, αντιστέκονται στην πρόοδό τους, που είναι και ο εκσυγχρονισμός του προγράμματος Σπουδών. Μπήκαν στη Σχολή σαν πρωταθλητές από ικανότητες και προσπάθεια και στη συνέχεια αρνούνται κάτι που θα συμβάλει σημαντικά στην επιτυχία της πορείας τους και που είναι δυνατόν να γίνει χωρίς χρονική επιβάρυνση, αλλά μόνο με εκσυγχρονισμό. Είναι κατ’ εμέ φανερό πως δεν μας εμπιστεύονται ως συνομιλητές, γιατί μας έχουν απορρίψει ως Δασκάλους – Καθοδηγητές τους. Γιατί δεν τους εμπνεύσαμε ως πρότυπα. Γιατί προφανώς έχουν απογοητευθεί από πολλές πράξεις μας, στάσεις μας και παραλείψεις μας στους χώρους που λειτουργούμε. Οι εξαιρέσεις -  Παραδείγματα Δασκάλων με αρετές δεν είναι λίγες αλλά δεν φθάνουν όταν το γενικότερο κλίμα είναι διαφορετικό. Από τη δεκαετία του ’90 αυτό το φαινόμενο έχει σταδιακά γίνει όλο και πιο ορατό. Πιέζουν τη Διοίκηση της Σχολής στο να μην «αλλάξει» τίποτα,χρησιμοποιώντας για όπλο τη δύναμη της ψήφου τους για τις επερχόμενες εκλογές Σχολής και Παν/μίου. Και νιώθουν τη δύναμή τους αυτή πολύ μεγάλη από τη στιγμή που διαχρονικά πολλοί υποψήφιοι για τις θέσεις Διοίκησης έχουν «συζητήσει» μαζί τους σ’ αυτήν τη βάση. Εδώ νιώθω πίκρα και απογοήτευση, γιατί ανήκω στη γενιά που έκανε και έκανα συνειδητά 100 μέρες απεργία για να γίνει ο Νόμος που κατοχύρωσε την συμμετοχή των Φοιτητών στα όργανα και τις εκλογές.

 

Ανεξάρτητα όμως από το τι θα προβλέπει κάθε φορά ο Νόμος, η πραγματικότητα είναι ότι η Σχολή και όλο το Πανεπιστήμιο είναι κοινότητα. Ακαδημαϊκή κοινότητα έχει καθιερωθεί να λέγεται για να συμπεριλάβει τους Δασκάλους και τους Φοιτητές. Γιατί εδώ σε αντίθεση με τις άλλες βαθμίδες της παιδείας, οι Μαθητές είναι ενήλικες. Είναι και αυτοί, έστω και διερχόμενοι, Ακαδημαϊκοί πολίτες. Κάποιοι απ’ αυτούς θα είναι και οι ίδιοι αργότερα και  Δάσκαλοι. Οι αποφάσεις,λοιπόν, για σοβαρά ζητήματα, ειδικά αυτά που αφορούν το εκπαιδευτικό πρόγραμμα,πρέπει να είναι αποτέλεσμα αμοιβαίας ενημέρωσης, συζήτησης, ανταλλαγής απόψεων και κοινής απόφασης. Αυτό απαιτεί και από τις δύο πλευρές καλή πίστη, χρόνο και κόπο. Μόνο έτσι θα προκύψουν θέσεις και προτάσεις που τις πιστεύουμε από κοινού και ταυτόχρονα  δύναμη για διεκδικήσεις προς κάθε κατεύθυνση. Είναι χαρακτηριστικό το πρόσφατο παράδειγμα της Αγγλίας. Μια χώρα παραδοσιακά συντηρητική αλλά συγχρόνως με παράδοση Ακαδημαϊκή και συνδικαλιστική. Στη διαδήλωση που ξεκίνησε απ’ όλες τις πόλεις κι έφθασε στο Λονδίνο με 200.000 διαδηλωτές,για να μην αυξηθούν τα δίδακτρα στα Πανεπιστήμια, οι Φοιτητές και οι Καθηγητές τους συμμετείχαν από κοινού!.... Λίγες μέρες αργότερα η κατάληψη του ιστορικού και φημισμένου Πανεπιστημίου του Κέιμπριτζ έγινε επίσης από κοινού από τους Φοιτητές και Καθηγητές, που συμμετείχαν σ’ αυτές τις εκδηλώσεις.
Η αναθεώρηση της στάσης όλων μας είναι επιβεβλημένη. Γιατί το πρόβλημα έχει φθάσει σε αδιέξοδο, οι διαβουλεύσεις για νέο Νόμο είναι σε εξέλιξη και η κοινωνία μας βρίσκεται γενικότερα σε δύσκολη καμπή.

 
Και ως Σχολή δεν έχουμε μόνο το πρόβλημα του Προγράμματος Σπουδών. Το θέμα των βιβλίων είναι μια άλλη δραματική ιστορία, που, ενώ το κράτος δίνει χρήματα αρκετά, οι Φοιτητές τελικά δεν μπορούν να πάρουν τα βιβλία που χρειάζονται για τις Σπουδές τους. Το πρόβλημα των βιβλίων της Χειρουργικής, όπως πρόκυψεαπό την απαράδεκτη επιλογή του Δ/ντή του Τομέα, αποτελεί τυπικό δείγμα για τοκατάντημα που βρισκόμαστε!.... Και η Διοίκηση της Σχολής το γνωρίζει. Ακόμα το θέμα της μελλοντικής διάρθρωσης της Σχολής, παρ’ ότι έχει διαχρονικά συζητηθεί και αναδείχθηκε πάλι πρόσφατα με σοβαρότητα από ομάδα «Πρωτοβουλίας μελών ΔΕΠ», μέσα στο κλίμα που έχει δημιουργηθεί δεν μπόρεσε ούτε να συζητηθεί στη Γ.Σ. της Σχολής.  Και είναι κρίμα. Γιατί ανεξάρτητα από το πώς το βλέπει κανείς και ανεξάρτητα από το αν υπάρχουν σήμερα δυνατότητες και δυσκολίες, είναι μεγάλο ζήτημα που αφορά το μέλλον της λειτουργίας της Σχολής. Επίσης το Αττικό Νοσοκομείο που έπρεπε να είναι, και θα είναι, το καμάρι της Ιατρικής Σχολής, έχει «ξεχασθεί» από το κράτος (οι ερμηνείες είναι διάφορες) και η Σχολή δεν μπόρεσε να διαμορφώσει πρωταγωνιστικό ρόλο στις διεκδικήσεις και την εξέλιξή του.


Και τελικά η αδυναμία να συζητηθούν τέτοια θέματα στη Γ. Σ., που είναι το τελικά αρμόδιο όργανο, οδήγησε στο να συζητούνται πλέον τα θέματα αυτά και άλλα, επίσης σοβαρά, στα συνδικαλιστικά μόνο όργανα του χώρου, που είναι ο ενιαίος σύλλογος των μελών ΔΕΠ και η Ένωση των Καθηγητών(όργανα που λειτουργούν για προτάσεις και θέσεις, αλλά δεν είναι τα τελικά αρμόδια για αποφάσεις). Και ακόμα να επικοινωνούμε με το διαδίκτυο, αντί να συζητούμε και να συναποφασίζουμε.
 
Αγαπητοί Συνάδελφοι,
 
Η Ιατρική Σχολή είναι από πολλές πλευρές κεφάλαιο και μάλιστα πολύτιμο της κοινωνίας μας. Διαχειρίζεται προνομιακά μεγάλα αγαθά: υγεία,έρευνα, εκπαίδευση γενική και ειδική για επιστήμονες που θα στελεχώσουν αύριο την κοινωνία μας σε πολλά επίπεδα. Εμείς που τη λειτουργούμε, Δάσκαλοι  και Φοιτητές, οφείλουμε να την κρατήσουμε στο καλύτερο επίπεδο που μπορούμε. Ας το αναλογισθούμε με υπευθυνότητα. Το χρωστάμε στην κοινωνία μέσα στην οποία ζούμε και αναπτύσσουμε τις επιλογές μας ως άτομα και ως λειτουργοί.. Είναι ανάγκη σε όλους τους χώρους τόσο των Οργάνων Διοίκησης όσο και των Συλλόγων του ΔΕΠ και των Φοιτητών να υπάρξουν πρωτοβουλίες προς την κατεύθυνση της ειλικρινούς επικοινωνίας και συζήτησης για τον εκσυγχρονισμό και την πρόοδο της Σχολής που είναι και κοινό όφελος για όλους μας.
 
 
Με την ελπίδα ότι όσα γράφω θα μας προβληματίσουν.
Διονύσης Κ. Βώρος
 

Υ.Γ. Είναι ευνόητο πως κάθε σχόλιο είναι ευπρόσδεκτο στην ηλεκτρονική διεύθυνση αυτής της επιστολής. 



  

2. ΛΑΘΗ ΚΑΙ ΠΑΡΑΛΕΙΨΕΙΣ ΠΟΥ ΑΠΑΙΤΟΥΝ ΕΠΑΝΕΞΕΤΑΣΗ (προς τα μελη ΔΕΠ και τους φοιτητές της Ιατρικής Σχολής Αθηνών)

 Δεκ. 2012

 

Αγαπητοί Συνάδελφοι,
 
Στις 27/12/2012 η Σύγκλητος του Πανεπιστημίου σε επαναληπτική για το θέμα συνεδρίαση αποφάσισε σύμφωνα με το νέο νόμο  των ΑΕΙ να ενταχθεί η Ιατρική ως Τμήμα στην Σχολή Επιστημών Υγείας  μαζί με την Οδοντιατρική, τη Νοσηλευτική και την Φαρμακευτική. Ο κύριος και ουσιαστικός λόγος είναι ότι σαν Μονοτμηματική Σχολή η Ιατρική δεν θα μπορούσε να είχε Κοσμήτορα και εκπροσώπηση δι’ αυτού στην Σύγκλητο. Το τελευταίο θα ήταν πολύ σοβαρό αφού μάλιστα διανύουμε περίοδο θεσμικών αλλαγών από το νέο νόμο που ασφαλώς ενδιαφέρουν και θα επηρεάζουν σοβαρά την Ιατρική. Μέχρι σήμερα, για όσους δεν το γνωρίζουν, η Ιατρική μετά το νόμο 1268/82 ήταν επίσημα και τυπικά τμήμα αλλά με μια απόφαση του ΣτΕ (32/1990)και επακόλουθη απόφαση της Συγκλήτου (20/2/1990) «Λειτουργεί μεν ως τμήμα αλλά μπορεί να φέρει και τον τίτλο Ιατρική Σχολή». Αυτό δεν επηρέαζε ουσιαστικά τη λειτουργία μας, αφού ο μέχρι τώρα ισχύον νόμος (1268/82) επέτρεπε την εκπροσώπηση των Τμημάτων στη Σύγκλητο δια του Προέδρου τους, πράγμα που δεν επιτρέπει ο νέος νόμος. Η Γ.Σ. της Σχολής σε δύο συνεχόμενες συνεδριάσεις πριν από τη συνεδρίαση της Συγκλήτου, εξέφρασε την άποψή της  να μείνει η Ιατρική σαν μονοτμηματική Σχολή λόγω του μεγέθους της, της διαδρομής της και της φύσεως της. Επειδή όμως διαφαινόταν ποια θα ήταν τελικά η θέση της Συγκλήτου, η Γ. Σ. εξουσιοδότησε ουσιαστικά τον Πρόεδρο να έχει σαν δεύτερη επιλογή μας αυτό που τελικά έγινε. Προσωπικά εστήριξα αυτή την άποψη σαν δεύτερη επιλογή, αφού άλλη πρόταση που την θεωρώ σαφώς καλλίτερη δεν ήταν δυνατή χρονικά να προετοιμασθεί. Θα γράψω γι’ αυτό παρακάτω γιατί αποτελεί και τον λόγο που γράφεται αυτό το κείμενο.
 
Είναι προφανές και ευκατανόητο πως η νέα Διοικητική δομή λειτουργίας θα είναι πρόβλημα σοβαρό. Γιατί ο Πρόεδρος του Ιατρικού Τμήματος έχει από το νόμο περιορισμένες πλέον αρμοδιότητες, ενώ ο Κοσμήτορας θα έχει την ευθύνη για 4 τμήματα με συνολικό μέγεθος υπέρογκο. Είναι μία από τις ουσιαστικές αδυναμίες του νέου νόμου. Ο Κοσμήτορας όσο κι αν προσπαθήσει θα έχει φυσικά αδυναμία ν’ ανταποκριθεί σε εύλογους χρόνους σε σημαντικά λειτουργικά προβλήματα (θα είναι κοσμήτορας για το μισό Πανεπιστήμιο Αθηνών).
 
Προβάλει έτσι η αντικειμενική ανάγκη να εργασθούμε έγκαιρα, σοβαρά και υπεύθυνα για άλλη διέξοδο που να εξυπηρετεί τις ανάγκες λειτουργίας μας. Κανένας νόμος δεν είναι αξεπέραστος ειδικά όταν αναδεικνύονται μεγάλα προβλήματα. Κατά τη γνώμη μου,την οποία θα αναλύσω παρακάτω, η διέξοδος θα είναι να εργασθούμε για τη δημιουργία δύο ισότιμων Ιατρικών Τμημάτων που θα δίνουν ουσιαστικά το ίδιο πτυχίο και θα μπορούν τα δύο μαζί ν’ αποτελέσουν Σχολή.
 
Θα καταθέσω εδώ  ποια είναι η έννοια και η αναγκαιότητα μιας τέτοιας αναδιάρθρωσης καθώς και αυτά που έγιναν και αυτά που παραλείφθηκαν γι΄ αυτό μέχρι σήμερα.
 
Η Ιατρική Σχολή της Αθήνας από δεκαετίες έχει μέγεθος σε αριθμό Φοιτητών και ΔΕΠ καθώς και υποδομές που αντιστοιχεί  σε δύο ή τρεις Σχολές του σύγχρονου κόσμου. Αυτό δημιουργεί σοβαρά προβλήματα όπως:
α)Αδυναμία εφαρμογής σύγχρονου εκπαιδευτικού προγράμματος καθώς και παρακολούθησης και αξιολόγησής του. β) Αδυναμία για αναλογική εκπροσώπηση στα όργανα του Παν/μίου και της Πολιτείας. γ) Δυσκολία για διορισμό άλλου προσωπικού, αφού δεν είναι δυνατόν ν’ αυξηθεί το προσωπικό μιας Σχολής στο επίπεδο του μισού περίπου προσωπικού όλου του Παν/μίου. δ) Σ’ ένα σύνολο ουσιαστικά δύο ή τριών σχολών με ένα όργανο διοίκησης δεν μπορούν να πραγματοποιηθούν βασικές λειτουργίες (π.χ. αξιολόγηση και κρίση μελών ΔΕΠ).
 
Η αναδιάρθρωση σε δύο ή περισσότερα τμήματα που θα έδινε διέξοδο δεν θά ταν καμία πρωτοτυπία αφού αυτό έχει γίνει σε πολλά μεγάλα πανεπιστήμια  του σύγχρονου κόσμου. Έτσι είναι από πολλά  χρόνια στο Λονδίνο (5), στο Παρίσι(7), Στη Ρώμη (3) κ.ά. Χαρακτηριστικό και ιστορικής σημασίας είναι το παράδειγμα του Παρισιού όπου η διαίρεση της μιας μεγάλης Σχολής σε 7, έγινε με απαίτηση των Φοιτητών μετά το Μάη του ’68, για τη βελτίωση των συνθηκών διδασκαλίας.
 
Στη χώρα μας το 1995 λειτούργησε Επιτροπή του Υπ. Παιδείας υπό τον πρώην πρύτανη Φώτιο Μήτση με συμμετοχή της Ιατρικής Σχολής, του Πανεπιστημίου και του Υπ.Παιδείας. (Γνωρίζω τις λεπτομέρειες επειδή συμμετείχα κι εγώ). Η συγκρότησή της έγινε επειδή υπήρχε οδηγία-υπόδειξη από την Ευρωπαϊκή Ένωση για την «Εναρμόνιση των Ιατρικών Σπουδών».  Η Επιτροπή έκανε συνολική πρόταση που συμπεριλάμβανε και τη διαίρεση της Σχολής σε 2 τμήματα ισότιμα. (Ήταν ήδη διαφαινόμενη η λειτουργία του Αττικού νοσοκομείου). Η πρόταση εστάλη τον Μάιο του 1995 στη Σχολή μας για μελέτη προκειμένου με ευθύνη της και σύμφωνα με όσα επέτρεπε ο νόμος των ΑΕΙ, να δρομολογηθούν αλλαγές. Η Ιατρική Σχολή δεν την έθεσε για συζήτηση στα όργανα της ποτέ. Ένας σημαντικός αριθμός Καθηγητών-Διευθυντών κλινικών και Εργαστηρίων της εποχής εκείνης,ιδιαίτερα στα μαθήματα που υπήρχε μια κλινική ή εργαστήριο, εθεώρησαν πως ήταν υποβάθμιση !...... τους αν εγίνετο και άλλη παρόμοια μονάδα για να λειτουργήσει δεύτερο τμήμα. Από σεβασμό στον χρόνο και τον κόπο που είχα αφιερώσει τα συμπεριέλαβα σε άρθρο μου στην «Ελευθεροτυπία» στις 11/4/96.
 
Όταν τα επόμενα χρόνια δρομολογήθηκε η μερική εγκατάσταση της Ιατρικής Σχολής στο Αττικό, το θέμα επανήλθε από την πρόκληση του νέου Νοσοκομείου (συμμετείχα και σ’ αυτή την επιτροπή). Είχε γίνει πλέον κατανοητή η ανάγκη δημιουργίας δεύτερου ισότιμου τμήματος. Σχεδιάσθηκε κτίριο Βασικών Επιστημών και αμφιθεάτρων εκεί που είναι σήμερα το Parkingτου Αττικού. Με χρήματα του Πανεπιστημίου έγινε και η μελέτη αυτή του κτιρίου(Τεχνικό γραφείο Ταβανιώτη). Το όνειρο έσβησε γρήγορα γιατί το Υπουργείο δεν έδειξε πρόθεση χρηματοδότησης. Η πολιτεία έδειχνε από τότε πως δεν είχε τις δέουσες προθέσεις για το Αττικό !.....
 
Τον Νοέμβριο του 2009 έγινε στη Ναύπακτο Ανοικτή Γενική Συνέλευση της Ένωσης των Καθηγητών της Ιατρικής με πρόσκληση και του Συλλόγου μελών ΔΕΠ για συζήτηση-πρόταση  για την Ιατρική του 21ου αιώνα.Εκεί παρουσιάσθηκε αναλυτικά από τον συνάδελφο κ. Γ. Πολυμενέα η πρόταση της ομάδας «Πρωτοβουλία Μελών ΔΕΠ Ιατρικής» για την αναδιάρθρωση της Σχολής. Ήταν πρακτικά διασαφηνισμένη η πρόταση που είχε γίνει από την Επιτροπή του Υπ.Παιδείας το 1995. Ουσιαστικά συμφωνήσαμε το θέμα αυτό να έλθει για συζήτηση και μελέτη στο επίσημο όργανο της Σχολής τη Γ.Σ. όπου συμμετείχαν και οι Φοιτητές(ο Πρόεδρος της Σχολής ήταν παρών). Τις επόμενες μέρες οι εκπρόσωποι των Φοιτητών που επληροφορήθηκαν την πρόταση αντέδρασαν έντονα.  Η πλημμελής ενημέρωσή τους που μεγάλωνε από την απροθυμία για συζήτηση και η καχυποψία πως κάθε καινούργιο θα είναι σε βάρος τους, οδήγησε σε μια στείρα αντιπαράθεση. Ο πρόεδρος της Σχολής έφερε το θέμα στη Γ.Σ. την επόμενες εβδομάδες για συζήτηση αλλά ουσιαστικά για να «κλείσει»αφού οι φοιτητές είχαν αντίθετη γνώμη (υπάρχουν ασφαλώς πρακτικά). Είναι έργο που έχουμε δει  από τη Διοίκηση της Σχολής  πολλές  φορές διαχρονικά !....
 
Η πρόταση της «Πρωτοβουλίας» παρουσιάσθηκε και στην Γ.Σ. της Σχολής στις 13/12/12 από τον συνάδελφο κ. Ν. Σύψα εν όψει της συνεδρίασης της Συγκλήτου. Με αυτή συμφώνησα πάλι κι εγώ. Αλλά ο χρόνος δεν επέτρεπε πλέον καμία επεξεργασία και αίτημα θεσμικής αποδοχής αφού η Σύγκλητος ήθελε την απόφαση μας σε μία εβδομάδα. Κι έτσι φθάσαμε στο 2013 να μας ξεπερνούν τα γεγονότα όπως έγραψα στην αρχή του κειμένου.
 
Αγαπητοί Συνάδελφοι,
Το κείμενο αυτό δεν γράφτηκε για να αποδοθούν ευθύνες σε κανένα προσωπικά. Αυτό δεν τον έπραξα ποτέ, πολύ περισσότερο τώρα που μεγάλωσα. Σκοπός μου είναι ν’αναλογισθούμε την ευθύνη μας και να δράσουμε ανάλογα. Γιατί με τέτοια νοοτροπία και «παραλείψεις» κύρια από τις Διοικήσεις της Σχολής διαχρονικά προέκυψαν πολλά που δεν έπρεπε, όπως:
-        Το πρόγραμμα Σπουδών που μένει 25 χρόνια το ίδιο.
-        Το «χάος» με τη διανομή των βιβλίων που δυσφήμισε τη Σχολή και συνέβαλε στους περιοριστικούς όρους του Υπουργείου.
-        Η «απουσία»μας διαχρονικά στη διατύπωση γνώμης (ως η μεγαλύτερη Σχολή της χώρας) για το Νόμο των ειδικοτήτων που οδήγησε μαζί με συγκυρίες του σήμερα ώστε το 50% των καλλίτερων πτυχιούχων μας  ν’ αναζητά διέξοδο σε άλλες χώρες
 
Σήμερα που η χώρα μας αντιμετωπίζει τα δεινά που βιώνουμε, οι υποχρεώσεις της αποστολής μας γίνονται πιο επιτακτικές.Το χρωστάμε στην Ιατρική, στο Πανεπιστήμιο και στην κοινωνία που ζούμε και που μας έδωσε ό,τι είχε.
 
Και ν’ ασχοληθούμε άμεσα, σοβαρά και υπεύθυνα με προβλήματα σαν αυτά που αναφέρθηκαν παραπάνω.
 
                                                              Συναδελφικά
                                                           Διονύσης Κ. Βώρος 
     
 

 

 

3. Το δράμα με τις ειδικότητες των ιατρών

Eφημερίδα ''ΘΕΜΑ", Κυριακή 17 Φεβρουαρίου 2013

 
ΤΟ ΔΡΑΜΑ ΜΕ ΤΙΣ ΕΙΔΙΚΟΤΗΤΕΣ ΤΩΝ ΓΙΑΤΡΩΝ
(Χάνουμε ένα κοινωνικό κεφάλαιο-αγαθό)
 

Είναι ευρύτατα γνωστό πως τα τελευταία 10-15 χρόνια ένας μεγάλος αριθμός νέων γιατρών που πήραν πτυχίο από τις Ιατρικές Σχολές της χώρας μας φεύγουν για ειδικότητα σε άλλες χώρες με σημαντική την πιθανότητα να μην επιστρέψουν εδώ. Είναι κατά τεκμήριο οι καλλίτεροι, τουλάχιστον όσον αφορά τη διάθεσή τους να προσπαθήσουν για ό,τι καλλίτερο στο δρόμο που επέλεξαν και αγάπησαν. Την τελευταία διετία λόγω και της οικονομικής-κοινωνικής κρίσης της χώρας μας το κύμα φυγής μεγάλωσε ώστε να εκτιμάται για παράδειγμα πως από τους πτυχιούχους της Ιατρικής Αθηνών φεύγουν περίπου το 50%. Η κρίση μπορεί να διόγκωσε το πρόβλημα αλλά το μέγεθος του είναι μεγάλο –όπως ανέφερα παραπάνω– από πολλά χρόνια. Οφείλεται κατά κύριο λόγο στον αναχρονιστικό Νόμο που διέπει το πρόγραμμα εκπαίδευσης για την ειδικότητα και τον τρόπο εισόδου σ’ αυτό. Το αρμόδιο γι’ αυτό Υπουργείο Υγείας δείχνει από χρόνια ουσιαστική απροθυμία και ανευθυνότητα παρά τις επίσημες και τεκμηριωμένες εισηγήσεις που έχουν γίνει από θεσμοθετημένα όργανα και σοβαρές επιτροπές (συμμετείχα προσωπικά  4 χρόνια και τα γνώρισα άμεσα). Και το λάθος–παράλειψη παίρνει διαστάσεις δράματος και κοινωνικής ανευθυνότητας.
Τα κύρια προβλήματα του «συστήματος» μας είναι α) η έλλειψη προγράμματος σύγχρονης εκπαίδευσης, β) η απουσία παρακολούθησης-ελέγχου για το αν οι εκπαιδευτές εξαντλούμε την υποχρέωση μας για την άσκηση των ειδικευομένων γιατρών, γ) η μη αξιοποίηση όλων των νοσοκομειακών μονάδων μας,που κύρια με συνεργασία τους θα μπορούσαν να προσφέρουν περισσότερα και δ) η αναντιστοιχία θέσεων για ειδικότητα σε σχέση με τον αριθμό των υποψηφίων γι’αυτές που οδηγεί σε αναμονή πολλών ετών και «αντιμετωπίζεται»  με τον απαράδεκτο και μοναδικό διεθνώς τρόπο της «λίστας αναμονής». Οι εισηγήσεις που διαχρονικά έγιναν από τις θεσμικές επιτροπές και όργανα, εστόχευσαν σε όλα αυτά κατά τρόπο σύγχρονο και εφικτό αλλά το αρμόδιο Υπ. Υγείας για λόγους που δεν εξήγησε ποτέ πειστικά (στην περίπτωση αυτή εικάζονται πολλά) δεν θέλησε ή δεν μπόρεσε να κάνει τίποτα για αυτό από εδώ και δέκα χρόνια. Ακολουθούν διευκρινίσεις για την παραπάνω εισαγωγή.

 


Η έννοια του προγράμματος – περιεχομένου της κάθε Ιατρικής ειδικότητας κλινικής ή Εργαστηριακής προβλέπεται από τις ανάγκες της σύγχρονης Ιατρικής και την οριοθετημένη σε όλο τον κόσμο. Και αν ένα νοσοκομείο δεν διαθέτει τα  πάντα, η άσκηση των ειδικευομένων μπορεί και πρέπει να γίνεται είτε στο ίδιο νοσοκομειακό συγκρότημα ή και σε άλλα νοσοκομεία και αυτή είναι η έννοια της συνεργασίας για την εκπαίδευση ειδικευομένων γιατρών.

 


Η υποχρέωση που έχουμε ως εκπαιδευτές να διδάξουμε στη φάση της ειδικότητας τους νέους συναδέλφους μας, είναι επιτακτική. Ειδικά στις ειδικότητες που απαιτείται άσκηση όπως οι χειρουργικές και παρεμβατικές (ενδοσκοπίσεις, παρεμβατική ακτινολογία, παρεμβατική καρδιολογία) και   οποίες αποτελούν το60-70% του συνόλου, έχει γίνει διεθνώς οριοθέτηση με ποσοστά συμμετοχής και δεν εναπόκεινται στη καλή διάθεση των εκπαιδευτών αλλά ελέγχονται από θεσμικά όργανα με αρμοδιότητα παρεμβάσεων ή και κυρώσεων.

 


Ο αριθμός των θέσεων για ειδικότητα είναι από πολλά χρόνια το κυρίαρχο πρόβλημα και αποτελεί συνεχώς και το κύριο θέμα αντιπαράθεσης μεταξύ Υπουργείου Υγείας και των υποψηφίων για ειδικότητα.Οι νέες θέσεις που κάθε χρόνο διατίθενται γι’ αυτούς είναι περίπου 1150. Νέα νοσοκομεία δεν ήταν εύκολο να γίνουν και τώρα γίνεται ακόμη δυσκολότερο. Στο τέλος του κειμένου θα κάνω μία προσωπική πρόταση γι’ αυτό.
Ο αριθμός των γιατρών που τελειώνει κάθε χρόνο τη Σχολή της χώρα μας είναι περίπου 1100, δηλαδή περίπου ίσος με τις θέσεις, παρ’ ότι αυτό δεν έγινε από ειδικό προγραμματισμό. Ο αριθμός των γιατρών που σπουδάζουν σε άλλες χώρες κύρια ευρωπαϊκές (συνήθως πρώην ανατολικές και Ιταλία) και αναγνωρίζουν πτυχίο αυτόματα ή με διαδικασία εξετάσεων (ΔΙΚΑΤΣΑ) ήταν πριν λίγα χρόνια μέχρι και 700-800 και τώρα είναι λίγο μικρότερος. Έτσι οι υποψήφιοι για ειδικότητα είναι σαφώς περισσότεροι από τις θέσεις. Επί πλέον για μερικές ειδικότητες με μεγάλη προτίμηση (π.χ. Παιδιατρική,Οφθαλμολογία, Ενδοκρινολογία, Γυναικολογία κ.ά.) οι ενδιαφερόμενοι είναι πολύ περισσότεροι από τις θέσεις και η λίστα της «σειράς» οδηγεί σε αναμονή 3-5 ετών πράγμα καταστροφικό για τους ενδιαφερόμενους.

 


Έτσι οι περισσότερο καταρτισμένοι ή έχοντες περισσότερη διάθεση να προσπαθήσουν, φεύγουν για άλλες χώρες με πιθανότητα σημαντική να μην επιστρέψουν ποτέ, χωρίς νά ναι αυτό επιλογή τους. Έτσι χάνεται ένα πραγματικό κεφάλαιο της κοινωνίας. Ό,τι καλλίτερο έφτιαξε ο κόπος των οικογενειών και η δωρεάν παιδεία που πληρώνει η κοινωνία ολόκληρη, αντί να προσφέρει με τη σειρά του εδώ, εξωθείται να βρει δικαίωση της προσπάθειας του  σε άλλες χώρες.

 


Από τη δεκαετία του ’90 που το πρόβλημα διογκώθηκε έγιναν εισηγήσεις που θ’ αναφερθούν παρακάτω για να καθιερωθεί σύστημα επιλογής (εξετάσεις) ώστε τουλάχιστον να προηγούνται οι καλλίτεροι,αυτοί που προσπάθησαν και απέδωσαν περισσότερο. Δίνοντας έτσι και δικαίωση στις προσπάθειές τους. Είναι γεγονός πως μια τέτοια διαδικασία θα έφερνε σε πιο δύσκολη θέση πολλούς πτυχιούχους που έρχονται από άλλες χώρες κύρια από τις πρώην ανατολικές. Γιατί τα παιδιά αυτά έστω κι αν έχασαν τις εισαγωγικές εξετάσεις των Πανεπιστημίων μας από λίγα μόρια, σπούδασαν σε Πανεπιστήμια με χαμηλότερο επίπεδο σπουδών και στην πλειοψηφία τους θα είχαν δυσκολία να συναγωνισθούν  σε εξετάσεις εισόδου για ειδικότητα τους πτυχιούχους των ελληνικών πανεπιστημίων. Όμως κανείς δεν μπορεί ν’ αμφισβητήσει πως οι διαδικασίες επιλογής, όταν γίνονται αδιάβλητα, είναι ένας κοινωνικά δίκαιος τρόπος αντιμετώπισης όλων. Να σημειωθεί ότι σε καμία χώρα δεν γίνεται η είσοδος στην ειδικότητα με σειρά λίστας. Παντού υπάρχουν διάφοροι τρόποι επιλογής.

 


Το χρονικό των εισηγήσεων για βελτίωση. Η προσπάθεια για αλλαγή-εκσυγχρονισμό του όλου συστήματος άρχισε το 1998 και συνεχίζεται ακόμη!... Ο τότε υπουργός Υγείας Καθηγητής κ. Δ. Κρεμαστινός συγκρότησε την προβλεπόμενη από το νόμο Επιτροπή Εκπαίδευσης του ΚΕΣΥ με την ευθύνη του Προέδρου του ΚΕΣΥ (Κεντρικό Συμβούλιο Υγείας) Καθηγητή κ. Η. Λαμπίρη προκειμένου να ετοιμαστεί πρόταση για όλα όσα αφορούν την ειδικότητα των Γιατρών. Στην επιτροπή συμμετείχαν Καθηγητές των Ιατρικών Σχολών της χώρας, συνάδελφοι από το ΕΣΥ, ειδικευόμενοι γιατροί,εκπρόσωποι του Πανελληνίου Ιατρικού Συλλόγου και διαδοχικά εκπρόσωποι όλων των επιστημονικών εταιρειών που αντιπροσωπεύουν τις ειδικότητες της Ιατρικής. Στην επιτροπή αυτή συμμετείχα για 4 χρόνια. Στην περίοδο εκείνη συνέπεσε να είμαι και Αναπληρωτής Πρόεδρος της Ιατρικής Σχολής Αθηνών. Η επιτροπή ασχολήθηκε με γνώμονα την διεθνή πραγματικότητα και κύρια την ευρωπαϊκή με γνώμονα πάντα και την πραγματικότητα της χώρας.

 


Η πρόταση που κατατέθηκε σε δύο τόμους αφορούσε το περιεχόμενο των ειδικοτήτων, τη βελτίωση  και αξιολόγηση  των κέντρων ειδικότητας, τον έλεγχο της εκπαίδευσης και τη διαδικασία εισαγωγής με εξετάσεις πανελλαδικές, σταδιακά καθιερούμενη  ώστε να μην θίγει άμεσα αυτούς που ήσαν ήδη χρόνια στη λίστα αναμονής. Η πρόταση έφθασε σαν σχέδιο νόμου στη Βουλή τον Ιανουάριο του 2004. Τελικά δεν έφθασε στην ολομέλεια γιατί η Βουλή τελείωσε τη θητεία της και δόθηκε προτεραιότητα σε άλλο ή άλλα νομοσχέδια !… Από το 1998 έως και το 2004 άλλαξαν πολλοί Υπουργοί Υγείας,πολλοί απ’ αυτούς ήταν Γιατροί και Καθηγητές των Ιατρικών μας Σχολών. Το ίδιο και στη θέση του Προέδρου του ΚΕΣΥ. Οι επιτροπές εκπαίδευσης του ΚΕΣΥ που διαχρονικά λειτούργησαν, ασχολήθηκαν και άλλες φορές με την προώθηση του νομοσχεδίου για τις ειδικότητες του 2004 ή και με νέα επεξεργασία του. Κανείς δεν το απέρριψε ούτε το επέκρινε. Ίσως να έγιναν μερικές διορθώσεις που τις απαιτούσε κι ο χρόνος. Όμως δεν ξαναπήγε στη Βουλή. Ούτε έγιναν επίσημα άλλες προτάσεις. Στην τελευταία διακυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ, (με Υπουργό Υγείας τον κ. Α.Λοβέρδο), ο Πρόεδρος του ΚΕΣΥ συνάδελφος Νευροχειρουργός-Δ/ντής ΕΣΥ κ. Α.Σερέτης συγκρότησε πάλι την Επιτροπή Εκπαίδευσης του ΚΕΣΥ που ασχολήθηκε με το θέμα και ίσως έγιναν πάλι μερικές τροποποιήσεις για να πάρει το νομοσχέδιο το 2011 το δρόμο προς τη Βουλή. Όμως η τελική διαδικασία σταμάτησε μετά από έντονη διαμαρτυρία τύπου κατάληψης στο Υπουργείο Υγείας από ομάδα Φοιτητών της Ιατρικής Αθηνών !...
Τα αίτια της απραξίας είναι δυστυχώς ζητούμενο. Ενώ βέβαιο είναι το επιζήμιο για την Ιατρική και την κοινωνία   αποτέλεσμα. Το Υπ. Υγείας που έχει την ευθύνη, δεν το προώθησε το νομοσχέδιο στη Βουλή παρ’ ότι δεν το απέρριψε ποτέ.

 


Οι Υπουργοί διαχρονικά δήλωναν ότι δήθεν πιέζονται από ομάδες Φοιτητών που αντιδρούν. Όμως γνωρίζουν και οφείλουν να γνωρίζουν ως πολιτικοί που έχουν και οργανώσεις των κομμάτων τους στο Παν/μιο,ότι οι ομάδες αυτές των Φοιτητών δεν εκφράζουν την πλειοψηφία των συναδέλφων τους. Και βέβαια Υπουργοί Κυβερνήσεων που επιβάλουν μνημόνια δεν μπορούν να ισχυρίζονται πως τους εμποδίζουν ομάδες Φοιτητών για μείζονα κοινωνικά προβλήματα. Την ίδια στιγμή πολλοί πιστεύουν πως το Υπουργείο πιέζεται !...  να μην προχωρήσει από πολιτικά και άλλα ισχυρά πρόσωπα που ανησυχούν για τη δυνατότητα που θα έχουν στις εξετάσεις τα παιδιά που έχουν σπουδάσει σε ορισμένα πανεπιστήμια των πρώην ανατολικών χωρών.Ανεξάρτητα από την αξιοπιστία της κάθε ερμηνείας, αφού το Υπουργείο για 10 χρόνια  δεν εξήγησε την αδράνειά του,είναι εκτεθειμένο σε κάθε κριτική. Αλλά περισσότερο είναι εκτεθειμένο επειδή αδρανεί μπροστά στην απώλεια ενός θησαυρού της κοινωνίας μας που είναι οι καλλίτεροι πτυχιούχοι μας που φεύγουν για πάντα. Είναι ένα ακόμα δείγμα πολιτικής απάθειας από αυτά που οδήγησε τη χώρα μας εδώ που φθάσαμε.
Και τέλος μπορούμε ν’ αυξήσουμε τις θέσεις ειδικότητας για να μην έχουμε γιατρούς που να οδηγούνται σε αποκλεισμό από το σύστημα. Υπάρχει το παράδειγμα και η εμπειρία πολλών ανεπτυγμένων χωρών που χρησιμοποιούν για την ειδικότητα συμπληρωματικά και επιλεγμένα Ιδιωτικά Ιδρύματα. Όχι με ανεξάρτητα προγράμματα αλλά σε σύνδεση με το κρατικό σύστημα,με προδιαγραφές και συνεχή έλεγχο. Το 2006 που συζητήσαμε το θέμα αυτό στο Πανελλήνιο Χειρουργικό Συνέδριο, είχαμε στοιχεία από το Υπουργείο πως στη χώρα μας περίπου 40.000 εγχειρήσεις το χρόνο, εκτελούνται εκτός δημοσίου φορέα,δηλαδή έξω από το πρόγραμμα εκπαίδευσης γιατρών. Αυτό ισοδυναμεί με δραστηριότητες περίπου 30 κλινικών, που σημαίνει χώρους για 150 ακόμη ειδικευόμενους το χρόνο. Όταν το κράτος (τα ταμεία) εμπιστεύονται σ’ ένα ιδιωτικό ίδρυμα εκατοντάδες ασθενών το χρόνο για εγχειρήσεις καρδιάς και δίνουν τα σχετικά «πακέτα» αμοιβών, είναι ευνόητο πως μπορεί να εμπιστεύεται και να απαιτεί για κάποιο διάστημα εκπαίδευση γιατρών από ένα πρόγραμμα Κρατικού νοσοκομείου. Έτσι αποσυμφορείται το νοσοκομείο και αυξάνουν οι θέσεις του προγράμματος. Το ίδιο ισχύει για Μαιευτήρια, Ψυχιατρικές κλινικές, Ορθοπεδικές μονάδες κ.ά. Εξυπακούεται πως χρειάζεται μελέτη, μηχανισμός ελέγχου και θεσμική θωράκιση. Με πρότυπο αυτό που ήδη από πολλά χρόνια γίνεται σε άλλες χώρες. Ας το τολμήσουμε με θάρρος και υπευθυνότητα.

 


Είναι αυτονόητο πως κάθε άποψη έχει και αντίλογο. Είμαι πρόθυμος να απαντήσω σε κάθε τι που μπορώ.

 


Το κείμενο δεν γράφτηκε για κριτική γενική ή προσωπική. Ως δάσκαλος για πάνω από 3 δεκαετίες νοιώθω τον πόνο και την αγωνία  πως ένα μεγάλο αγαθό που είναι η εκπαίδευση των νέων συναδέλφων και αφορά το μέλλον της κοινωνίας, έχει αφεθεί να χάνεται από μη υπεύθυνος χειρισμούς.   

 


Γιατί αν οι Ιατρικές Σχολές μας προσφέρουν ένα σοβαρό έργο με την προπτυχιακή εκπαίδευση, τα Νοσοκομεία έχουν επίσης μεγάλη αποστολή για τις ειδικότητες και μάλιστα πιο προσανατολισμένη.
 
Διονύσης Κ. Βώρος
Καθηγητής Χειρουργικής
Πανεπιστημίου Αθηνών
Αρεταίειο Νοσοκομείο
 



4. ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ ΜΕ ΤΟ ΓΙΑΤΡΟ κ.ΣΠΥΡΟ ΓΟΥΛΑ



 

  

Το πρόσωπο που επιλέχθηκε αυτή τη φορά  δεν είναι σύμφωνα με τα μέχρι τώρα κρατούντα ένας ακόμη συνάδελφος Γαστρεντερολόγος υπηρετεί όμως πιστά για πάρα πολλά χρόνια με συνέπεια τη Χειρουργική και το Πανεπιστήμιο. Διετέλεσε και μέλος της συντακτικής επιτροπής του περιοδικού της Ελληνικής Γαστρεντερολογικής Εταιρείας. Πρόκειται για το σεβαστό και αγαπητό καθηγητή Διονύσιο Βώρο, πολύ γνωστό στη Γαστρεντερολογική κοινότητα καθώς εργάστηκε για παρά πολλά χρόνια στο Πανεπιστημιακό Νοσοκομείο Αρεταίειο,  και  έχει ιδιαίτερα ασχοληθεί με θέματα του γνωστικού αντικειμένου της ειδικότητος μας. Αν και απόφοιτος της Ιατρικής Αθηνών δεν είχα την τύχη να  τον γνωρίσω κατά τη διάρκεια των σπουδών μου ωστόσο είχα από τότε πληροφορηθεί από φίλους συμφοιτητές για την ποιότητα του Δασκάλου. Πρόσφατες συγκυρίες μου έδωσαν την ευκαιρία να τον γνωρίσω προσωπικά και να επιβεβαιώσω την εικόνα που μου είχαν μεταφέρει . Ξέρω ότι με τις γραμμές αυτές ο ίδιος λόγω ιδιοσυγκρασίας δεν θα αισθάνεται ιδιαίτερα βολικά, ωστόσο είμαι σίγουρος ότι θα με συγχωρήσει. Θα ξεκινήσω με κάποια στοιχεία από το βιογραφικό του:  
        
Ο Διονύσιος Βώρος γεννήθηκε στην Κεφαλονιά και αποφοίτησε από την Ιατρική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών. Ειδικεύτηκε στη Γενική Χειρουργική στη Β’ Πανεπιστημιακή Χειρουργική Κλινική στο Αρεταίειο Νοσοκομείο. Απέκτησε τον τίτλο ειδικότητος το 1978 και την ίδια χρονιά αναγορεύτηκε Διδάκτωρ του Πανεπιστημίου Αθηνών. Μετεκπαιδεύτηκε επί δύο έτη (1980-1981) στο Πανεπιστήμιο Tulane της Νέας Ορλεάνης, ΗΠΑ όπου ασχολήθηκε ιδιαίτερα με την αντιμετώπιση των χειρουργικών λοιμώξεων, των πολυτραυματιών και των ασθενών με πυλαία υπέρταση.
 
Μετά την επιστροφή του και μέχρι πρόσφατα εργαζόταν στη Β’ Πανεπιστημιακή Χειρουργική Κλινική στο Αρεταίειο Νοσοκομείο όπου εξελίχθηκε σε όλες τις βαθμίδες της ακαδημαϊκής ιεραρχίας. Εξελέγη Καθηγητής Α’ βαθμίδος το 2007 και Διευθυντής της Κλινικής(2008-2014).
 
Το εκπαιδευτικό του έργο είναι πλούσιο καθώς αφορά στην εκπαίδευση προπτυχιακών φοιτητών της Ιατρικής Σχολής καθώς και ειδικευόμενων Χειρουργικής στο Αρεταίειο Νοσοκομείο. Εδίδαξε δύο κατ επιλογήν μαθήματα τις Χειρουργικές λοιμώξεις και τη Χειρουργική Ογκολογία στα πλαίσια του μαθήματος Ογκολογίας.
 
Έγραψε ή επιμελήθηκε πολλά διδακτικά βιβλία που διδάχθηκαν και διδάσκονται σε όλες τις Ιατρικές Σχολές της χώρας.
 
Το κλινικό του έργο αφορά ιδιαίτερα σε ορισμένους τομείς όπως η πυλαία υπέρταση και ο  ασκίτης, ο εχινόκοκκος, οι χειρουργικές λοιμώξεις, οι σηπτικές επιπλοκές στη Χειρουργική,η εντατική θεραπεία και η Χειρουργική Ογκολογία (σαρκώματα μαλακών μορίων).Εφάρμοσε με επιτυχία επεμβάσεις πρωτοποριακές για τη χώρα μας όπως η επέμβαση Sugiura για την αντιμετώπιση της κιρσορραγίας, επεμβάσεις αντιμετώπισης του ανθεκτικού ασκίτη,διαδερμική παροχέτευση ενδοκοιλιακών αποστημάτων, ολική καψεκτομή (cystopericystectomy) για εχινόκοκκο ήπατος, τεχνικές «ανοικτής κοιλιάς» και εγχειρητική σαρκωμάτων. Για τα θέματα αυτά υπάρχουν ενδιαφέρουσες μελέτες του στη διεθνή βιβλιογραφία.
 
Το ερευνητικό του έργο περιλαμβάνει δεκάδες δημοσιεύσεις σε ξένα και ελληνικά περιοδικά, ανακοινώσεις σε συνέδρια, ομιλίες σε Σεμινάρια, Συνέδρια και Επιστημονικές Ημερίδες. Έχει επιβλέψει, καθοδηγήσει και καθοδηγεί περί τις 25 διδακτορικές διατριβές. Σε διοικητικό – ακαδημαϊκό επίπεδο έχει διατελέσει μέλος της Συγκλήτου,Αναπληρωτής Πρόεδρος της Ιατρικής Σχολής και Πρόεδρος των Πανεπιστημιακών Νοσοκομείων Αρεταίειο και Αιγινήτειο.
 
Τέλος  ήταν Πρόεδρος Οργανωτικής Επιτροπής Συνεδρίων, υπεύθυνος του εκπαιδευτικού προγράμματος της Ευρωπαϊκής Εταιρείας χειρουργικών λοιμώξεων, εκπρόσωπος (2002-2010) και μέλος του ΔΣ της Διεθνούς Χειρουργικής Εταιρείας (2009-2013).  
       
Ακολουθεί το κείμενο συνέντευξης που έγινε κυριολεκτικά Πρόσωπο με Πρόσωπο με τον Καθηγητή Χειρουργικής Διονύσιο Βώρο
 

  

Γιατί επιλέξατε να ειδικευτείτε στη Γενική Χειρουργική; 

Oι κύριοι λόγοι για την επιλογή μου ήταν η αμεσότητα του αποτελέσματος των χειρουργικών επεμβάσεων και ο τόπος που μεγάλωσα, επειδή υπήρχε η παράδοση πολλών μεγάλων χειρουργών του αιώνα που πέρασε.
 
Ποια νομίζετε είναι τα προσόντα που πρέπει να διαθέτει χειρουργός;
Δεν απαιτείται ικανότητα δεξιοτήτων καθώς αυτή αποκτάται με το χρόνο. Οι φυσικές ικανότητες του καθενός και η συγκρότησή του παίζουν ρόλο όπως για κάθε εργασία. Το αναγκαίο είναι να αποδέχεται πώς πρόκειται για εργασία απαιτητική και θα έλεγα δεσμευτική, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι ακυρώνει την καθημερινή ζωή.
 
Πως κρίνετε το επίπεδο της εκπαίδευσης κατά την ειδικότητά της Χειρουργικής σήμερα στη χώρα μας;
Είναι κατά την άποψη μου χαμηλότερο του απαιτούμενου και αυτού που επιτρέπουν οι υπάρχουσες υποδομές και δυνατότητες. Η ευθύνη είναι δική μας και του συστήματος γιατί αδικούμε με τη στάση μας τους Γιατρούς που προσπαθούν και έχουν διάθεση.
 
Και εκείνο της Γενικής Χειρουργική συνολικά;
Υπάρχουν πολλοί καλοί Γιατροί και Μονάδες, λείπει όμως ο συντονισμός και ο προγραμματισμός για να υπάρχει αποτέλεσμα.

 
Όσον αφορά στην επιλογή Νοσοκομείου για τη λήψη ειδικότητος, με βάση και την εμπειρία σας στο χώρο τι θα συμβουλεύατε το νέο γιατρό: ειδικότητα σε Πανεπιστημιακή η σε Κλινική του ΕΣΥ;
Το ουσιαστικό κριτήριο πρέπει να είναι το επίπεδο και το κλίμα της Κλινικής. Τόσο στο Πανεπιστήμιο όσο και στα άλλα Νοσοκομεία υπάρχουν αξιόλογες Μονάδες και είναι τελικά θέμα επιλογής του ενδιαφερόμενου που συναρτάται και με τις μελλοντικές του επιλογές.
 
Υπήρξατε επί μακρόν μέλος της Επιτροπής για τις ιατρικές ειδικότητες η οποία έχει επεξεργαστεί ένα σχέδιο που καλύπτει το θέμα σε όλες του τις διαστάσεις (εκπαιδευτικά κέντρα, προϋποθέσεις, αξιολόγηση, rotation, εξετάσεις για έναρξη κλπ) Θέλετε να μας μιλήσετε αναλυτικά για το σχέδιο αυτό και ποια είναι η τύχη του;
Το πρόγραμμα για τις ειδικότητες είναι πολύ σοβαρό γιατί η φάση αυτή είναι η καθοριστική εκπαίδευση του γιατρού για τη δουλειά που θα κάνει. Στη  χώρα μας άρχισε η πρώτη ουσιαστική προσπάθεια το 1995 με πρωτοβουλία του τότε Υπουργού Υγείας κ. Δ. Κρεμαστινού και συγκροτήθηκε η προβλεπόμενη από το νόμο Επιτροπή Εκπαίδευσης του ΚΕΣΥ υπό την προεδρία του Καθηγητή κ. Η. Λαμπίρη. Συμμετείχα σ’ αυτή για 5 χρόνια και γνωρίζω τις λεπτομέρειες από τότε μέχρι σήμερα. Η Επιτροπή με τη συνεργασία όλων των Εταιριών που αντιπροσώπευαν ειδικότητες και όλων των αρμόδιων φορέων κατέληξαν σε πρόταση-σχέδιο νόμου, συνοδευόμενο από δύο τόμους με το περιεχόμενο των ειδικοτήτων σύμφωνα με την Ευρωπαϊκή πραγματικότητα και τις δυνατότητες της χώρας μας. Το σχέδιο αυτό πήγε το 2004 στην προπαρασκευαστική  Επιτροπή της Βουλής αλλά δεν προχώρησε γιατί η Βουλή έκλεισε εν όψει εκλογών!... Παρ’ ότι πολλοί Υπουργοί Υγείας ήταν Γιατροί και Καθηγητές των Ιατρικών Σχολών, το σχέδιο έχει μείνει για 20 χρόνια στα γραφεία. Να σημειωθεί ότι κανένας αρμόδιος φορέας δεν διατύπωσε αρνητική–απορριπτική  θέση γι’ αυτό το σχέδιο νόμου ούτε κανείς κατέθεσε άλλο. Το αιτιολογικό πως κατά καιρούς αντέδρασαν ομάδες Φοιτητών της Ιατρικής (για το ενδεχόμενο εξετάσεων) είναι μόνο πρόσχημα.Το νομοσχέδιο μεταξύ άλλων προβλέπει: Αναβάθμιση των Μονάδων ειδίκευσης,Συνεργασία Νοσοκομείων, Περιεχόμενο της κάθε ειδικότητας, Ποσοστό πράξεων από Ειδικευόμενους, Βιβλιάριο Εκπαίδευσης, Έλεγχο του Προγράμματος, Επιλογή Υποψηφίων (εξετάσεις). Είναι ειρωνικό ότι αυτό το θέμα έμεινε στα χαρτιά γιατί η υποδομή που έχουμε και το προσωπικό που την στελεχώνει, μπορεί να δώσει πολύ καλλίτερη εκπαίδευση αν υπάρξει οργάνωση. Είναι νομίζω ο κύριος λόγος που τα τελευταία χρόνια ο αριθμός των γιατρών που φεύγουν για ειδικότητα σε άλλες χώρες έχει ξεπεράσει κάθε προηγούμενο (από την Ιατρική Αθηνών εκτιμάται το 50%). Για  το πρόβλημα έχω γράψει εκτενές άρθρο στην εφημερίδα το «ΘΕΜΑ» στις 17 Φεβρουαρίου 2013 (Το δράμα με τις ειδικότητες. Δ. Βώρος).
 
Ας ελπίζουμε και ας προσπαθήσουμε όλοι, έστω και τόσο αργά, να το υλοποιήσουμε. Το χρωστάμε στους νέους συναδέλφους μας που θέλουν να προσπαθήσουν για την καλλίτερη εκπαίδευσή τους.
 
 
Υπάρχει κατά τη γνώμη σας αντικείμενο συζήτησης για εξειδικεύσεις,ειδικά Κέντρα και Μονάδες στα Νοσοκομεία μας και αν ναι πως τεκμηριώνεται η ανάγκη;
Οι εξειδικεύσεις  μέσα στα πλαίσια της κάθε ειδικότητας είναι πλέον μία επιτακτική ανάγκη. Την επιβάλει η εξέλιξη της Ιατρικής. Είναι πραγματικότητα ότι για παράδειγμα ο Χειρουργός, ο Ακτινολόγος,ο Γυναικολόγος δεν μπορεί να μάθει και να ασκήσει στην πράξη όλο το περιεχόμενο  που περιλαμβάνει η ειδικότητά του όπως συνέβαινε πριν 30 χρόνια (και το ίδιο ισχύει για τις περισσότερες ειδικότητες). Στις προηγμένες χώρες η εξειδίκευση είναι πραγματικότητα πάνω από το επίπεδο της δευτεροβάθμιας αντιμετώπισης. Στη χώρα μας πρέπει άμεσα να γίνει αποδεκτό και να δρομολογηθεί σωστά πριν το επιβάλει η καθημερινή αναγκαιότητα (γιατί τότε θα είναι χωρίς κανόνες). Ήδη και οι ασθενείς γνωρίζουν πως δεν μπορεί για παράδειγμα ο νέος Χειρουργός να έχει μάθει και εγχειρήσεις του θυρεοειδούς και επεμβάσεις για καρκίνο του ορθού.Ούτε ο Γυναικολόγος για τεχνητή γονιμοποίηση και για καρκίνο ωοθηκών. Και ήδη υπάρχουν πολλοί νέοι γιατροί μας που έχουν εξειδικευθεί από τις μετεκπαιδεύσεις τους.
 
Οι λόγοι που  υπαγορεύουν άμεσα τις εξειδικεύσεις οδηγούν εύλογα στην ανάγκη δημιουργίας και λειτουργίας ειδικών μονάδων, ίσως σε πρώτη φάση μέσα στα πλαίσια λειτουργίας των κλινικών και εργαστηρίων, αλλά επίσημα κατοχυρωμένες στα μεγάλα τριτοβάθμια νοσοκομεία μας.Όπως ανάφερα παραπάνω εξειδικευμένοι γιατροί υπάρχουν ήδη και όσο περνάει ο χρόνος θα' ναι περισσότεροι. Αρκετές δεκάδες νοσοκομείων της χώρας μας(τριτοβάθμια νοσοκομεία άνω των 400 κλινών) έχουν και εξειδικευμένους γιατρούς και υποδομές και τον απαραίτητο αριθμό ασθενών για να γίνει αυτό. Εξυπακούεται πως δεν μπορεί να έχουν όλα τα νοσοκομεία όλες τις ειδικές μονάδες. Αυτό πρέπει να ορισθεί ανάλογα με τη στελέχωση και την υποδομή του κάθε ιδρύματος και τον αριθμό των ασθενών με το συγκεκριμένο πρόβλημα που για διάφορους λόγους(χωροταξικούς ή άλλους) ήδη διακινούν. Οι ειδικές μονάδες θα προσφέρουν α)καλλίτερο επίπεδο αντιμετώπισης των ασθενών β) καλλίτερες συνθήκες κλινικών και άλλων μελετών (έρευνα) γ) οικονομία για το νοσοκομείο και δ) το κυριότερο,δυνατότητα εκπαίδευσης των νέων γιατρών, τόσο στη φάση της ειδικότητας με επιλεκτικό από τους ίδιους rotationόσο και μετά την ειδικότητα για απόκτηση ουσιαστικής και τυπικής εξειδίκευσης.Αυτά έχουν ήδη γίνει σε όλο τον προηγμένο κόσμο και δεν χρειάζεται να επινοήσουμε δικούς μας τρόπους υλοποίησης και οργάνωσης και δεν χρειάζονται χρήματα.
 
Χορήγηση ειδικότητας από Ιδιωτικές κλινικές: θα το αποδεχόσαστε και αν ναι με ποιους όρους και προϋποθέσεις;
Είναι ωφέλιμο να χρησιμοποιηθούν και τα μεγάλα Ιδιωτικά νοσοκομεία για μέρος του χρόνου ειδικότητας των γιατρών μας γιατί θα βοηθήσει την καλλίτερη εκπαίδευσή τους. Όσο περισσότερες υποδομές και αριθμό ασθενών έχουμε διαθέσιμους για την άσκηση των γιατρών, τόσο καλλίτερη εκπαίδευση θα γίνει. Το 2006 εσυντόνισα στο Πανελλήνιο Συνέδριο της Χειρουργικής, στρογγυλό τραπέζι για την εκπαίδευση των Χειρουργών στη φάση της ειδικότητας και θεωρήθηκε σημαντικό ώστε να παρουσιασθεί ολόκληρο στην Εφημερίδα της πρώτης μέρας του συνεδρίου. Επειδή αναφερθήκαμε και στον επικουρικό ρόλο που μπορούν να παίζουν τα Ιδιωτικά νοσοκομεία είχαμε βρει επίσημα πως ο αριθμός των εγχειρήσεων που έγιναν το 2005 στα Ιδιωτικά νοσοκομεία της χώρας ήταν 35-40.000. Σημειώνεται ότι πολλοί απ’αυτούς τους «ιδιωτικούς ασθενείς» φθάνουν εκεί επειδή δεν υπάρχει ο χώρος του κρατικού συστήματος, με «πακέτα» των ασφαλιστικών ταμείων της κοινωνίας μας(καρδιοχειρουργική, Ορθοπεδική κ.ά). Ο τρόπος με τον οποίο μπορεί να γίνει αυτό, δεν χρειάζεται αυτοσχεδιασμούς αλλά αποδοχή αυτού που γίνεται από πολλά χρόνια σε πολλές προηγμένες χώρες. Θα χρειασθεί μία σοβαρή διαπραγμάτευση  και συμφωνία μεταξύ του Υπ. Υγείας και των Ιδιωτικών νοσοκομείων με δεσμευτικούς όρους όχι μόνο για τη μισθοδοσία τους στη φάση εκείνη αλλά κύρια για την υποχρέωση της εκπαίδευσης τους. Και βέβαια η παρακολούθηση του προγράμματος θα γίνεται από τις κρατικές μονάδες απ’ όπου θα προέρχονται οι ειδικευόμενοι και θα έχουν την θεσμική ευθύνη της ολοκλήρωσης της ειδικότητας. Και θα' ναι τελικά μία αξιοποίηση ωφέλιμη για όλους. 
 
Μια οδυνηρή πραγματικότητα που εντάθηκε τελευταία είναι η φυγή των νέων Ελλήνων Ιατρών για ειδικότητα στο εξωτερικό, πως το σχολιάζετε και αν υπάρχει τρόπος ανάσχεσης του φαινομένου αυτού…
Η φυγή προς άλλες χώρες για ειδικότητα είπα και παραπάνω πως έχει φθάσει σε πρωτοφανές ποσοστό. Έχω μιλήσει με πολλούς που υπήρξαν μαθητές μου και έχω διαπιστώσει πως η πλειοψηφία τους ήταν πολύ καλοί έως  άριστοι σαν φοιτητές. Και το κύριο αίτιο που τους ωθεί να φύγουν είναι η έλλειψη προγράμματος για τις ειδικότητες (με τις συνέπειες που έχουν αναφερθεί) και η λίστα αναμονής που τους απογοητεύει σ’αυτή τη φάση της ηλικίας τους. Είναι απώλεια κοινωνικού αγαθού γιατί αποτελούν σύνολο ατόμων στα οποία η κοινωνία έχει ήδη επενδύσει από την οικογένεια μέχρι το όποιο σύστημα δημόσιας παιδείας διαθέτουμε. Και φεύγουν στη φάση που θα αναμενόταν να προσφέρουν  και αυτοί και βέβαια πολλοί λίγοι θα γυρίσουν πίσω. Πρόκειται για δράμα που θα έπρεπε όλοι οι υπεύθυνοι φορείς και παράγοντες να είχαν από καιρό φροντίσει αφού οι λόγοι είναι γνωστοί. Ας ελπίζουμε να αισθανθούν την βαρειά ευθύνη τους έστω και τώρα.Σε μια στιγμή  που η χώρα βουλιάζει από τα λάθη και τις συναλλαγές, αφήνουμε να φεύγουν οι γενιές που θα μπορούσαν να την ανασυγκροτήσουν.
 
 
Εργαστήκατε επί μακρόν στο χώρο του Πανεπιστημίου, ποια είναι τα βιώματα σας από αυτή την πορεία;
Το Πανεπιστήμιο είναι ένας χώρος προνομιακός για όσους νιώθουν και τους εκφράζει η αξία της διδασκαλίας στους φοιτητές. Ο Πανεπιστημιακός Δάσκαλος έχει πολλά περιθώρια να διδάξει τους νέους γιατρούς στο ξεκίνημα, να τους καθοδηγήσει για το πώς μαθαίνεται η Ιατρική και να τους εμπνεύσει για το τι σημαίνει η άσκησή της. Είναι καθοριστική η ηλικία των φοιτητών και συνεπώς ο επηρεασμός τους από σωστά παραδείγματα μεγάλος. Όλοι θυμόμαστε κάποιους Δασκάλους μας που απετέλεσαν υποδείγματα για εμάς.

Τα τελευταία χρόνια της μεγάλης κρίσης εργαστήκατε ως Καθηγητής και Διευθυντής της Πανεπιστημιακής Χειρουργικής Κλινικής του Αρεταίειου Νοσοκομείου. Μιλήστε μας για την περίοδο αυτή για το έργο, τις δραστηριότητες της Κλινικής και την προσπάθεια να διατηρήσετε την ποιότητα των παρεχόμενων υπηρεσιών σε μια περίοδο λιτότητας και διαρκώς μειούμενων διαθέσιμων πόρων.
Την περίοδο αυτή, εκτός από την ευθύνη της Χειρουργικής Κλινικής,είχα και διοικητικές αρμοδιότητες στο Νοσοκομείο και μάλιστα είχα για δεύτερη φορά τη διοικητική ευθύνη και των δύο Πανεπιστημιακών Νοσοκομείων Αρεταιείου και Αιγινητείου σύμφωνα με τον Πανεπιστημιακό Νόμο. Με τη βοήθεια και των συναδέλφων μου κρατήσαμε τη λειτουργία της Κλινικής σε όλα τα επίπεδα όπως ταιριάζει στην ιστορία της. Για τα τεράστια προβλήματα ελλείψεων προσωπικού είχα την τύχη να ανταποκριθούν σε σχετικό αίτημά μου αρκετοί εύποροι άνθρωποι,προερχόμενοι κυρίως από οικογένειες ασθενών μας και άλλοι φορείς ώστε με τα χρήματά τους να είμαστε σε θέση να έχουμε νοσηλευτές για το ένα τρίτο της Χειρουργικής Κλινικής για πέντε χρόνια.. Θέλω με την ευκαιρία που μου δίνετε να τους ευχαριστήσω και από αυτή τη θέση…
 
Το Νοσοκομείο σας είναι διαθέσιμο για νοσηλεία απόρων συμπολιτών μας μιας ομάδας ανθρώπων που όλοι γνωρίζουμε ότι αντιμετωπίζουν σημαντικό πρόβλημα πρόσβασης σε υπηρεσίες Υγείας τα τελευταία χρόνια της κρίσης. Πως έγινε κάτι τέτοιο εφικτό σε μια περίοδο που βλέπουν το φως της δημοσιότητας περιπτώσεις ασθενών με τεράστιες δυσκολίες η και αδυναμία πρόσβασης;
Καταφέραμε με πολύ αγώνα να αναδείξουμε ένα Κληροδότημα της Ζαχαρούλας Ζαΐμη που ήταν επί πολλά χρόνια αναξιοποίητο από το Πανεπιστήμιο Αθηνών και η Σύγκλητος έκανε δεκτό το αίτημά μας να χρησιμοποιηθεί αυτή η δωρεά για τη Χειρουργική Κλινική του Αρεταιείου, που ήταν και το πνεύμα της δωρήτριας. Η προσπάθεια μου αυτή χρειάσθηκε πέντε χρόνια .
 
Θέλω τώρα να μας δώσετε ένα πορτραίτο του εαυτού σας στον ελεύθερο χρόνο του, εκτός Ιατρικής…
Εκτός από τα καθημερινά που είναι για κάθε άνθρωπο μου αρέσει το διάβασμα για κοινωνικά θέματα και η λογοτεχνία που έχει σχέση με αυτά.
 
Aν σήμερα ξεκινούσατε τη σταδιοδρομία σας θα κάνατε κάτι διαφορετικό;
Θα έκανα τις ίδιες επιλογές, όχι μόνο για τα επιστημονικά και τα εκπαιδευτικά θέματα, αλλά και για τις επιλογές στάσης που είχα στο Πανεπιστήμιο σε όλη μου τη θητεία, και τις οποίες πρέπει να σας πω ότι πλήρωσα πολύ, αλλά δεν μετάνιωσα αφού με εξέφραζαν.
 
Με την εμπειρία δεκαετιών στη Χειρουργική Επιστήμη και το Πανεπιστήμιο τι θα συμβουλεύατε τον σημερινό απόφοιτο της Ιατρικής Σχολής; 
Να επιλέξει μια ειδικότητα που να του αρέσει γιατί είναι επιλογή ζωής που δεν αλλάζει και να νιώθει ότι η Ιατρική παρά τις δυσκολίες της θα του δώσει τόσες χαρές όσο ο ίδιος την αγαπήσει και προσπαθήσει.
 
Θέλω σε αυτό το σημείο κλείνοντας αυτή τη γόνιμη συζήτηση να σας ρωτήσω να μου περιγράψετε  την καλύτερη και τη χειρότερη φάση της Ιατρικής και Ακαδημαϊκής σας ζωής….
Η χειρότερη περίοδος ήταν όταν εβίωσα ότι ορισμένοι καθηγητές της Ιατρικής Σχολής, επειδή το κλίμα και οι συγκυρίες τους το επέτρεπαν με καταδίωξαν με τους χειρότερους τρόπους και μεθοδεύσεις για τις απόψεις και τις θέσεις μου για τα Ακαδημαϊκά προβλήματα του χώρου, αντί να είχαν αναγνωρίσει τις προσπάθειές μου. Και η καλύτερη όταν με πολύ επιμονή μπόρεσα να τους αντιμετωπίσω σε όλα τα επίπεδα μέχρι σημείου ταπείνωσής τους. 

 

 


5. Στη μνήμη του. 


   ΣΤΕΛΙΟΣ ΚΑΤΣΑΡΑΓΑΚΗΣ (1951-2016)  

   Ο Αγωνιστής της Ζωής και της Ιατρικής 

 

Στις 21 Αυγούστου έφυγε πρόωρα από τη ζωή ο αγαπητός συνάδελφος και φίλος Καθηγητής της Χειρουργικής Στέλιος Κατσαραγάκης μετά από πολύχρονη μάχη με τον καρκίνο και μεγάλη ταλαιπωρία των τελευταίων μηνών. Επάλεψε και με την αρρώστια όπως πάλεψε για όλα στη ζωή του. Σ’ αυτό τον άνισο αγώνα για να ζήσει του συμπαραστάθηκαν, εκτός από την οικογένειά του,πολλοί συνάδελφοι, φίλοι και μαθητές του, αλλά πρέπει να σημειωθεί πως ο συνάδελφός μας Χειρουργός Δημήτρης Θεοδώρου στάθηκε δίπλα του σαν να ήταν ο νεότερος αδελφός του και του αξίζει κάθε έπαινος γι’ αυτό.


Εγνώρισα τον Στέλιο το 1986 που ήλθε στο Αρεταίειο για ειδικότητα και επειδή η σχέση μας έγινε στενά φιλική εβίωσα όλη την πορεία του μέχρι το τέλος και συνεργάσθηκα μαζί του για πολλά πράγματα διαχρονικά.
Γεννημένος και μεγαλωμένος στο Ρέθυμνο, εσπούδασε Ιατρική στην Ιταλία όπως πολλοί νέοι από την χώρα μας εκείνα τα χρόνια. Μετά την ειδικότητα στο Αρεταίειο εκλέχθηκε το 1992 Λέκτορας στην Δ’ Χειρουργική Κλινική της Σχολής μας που ήταν τότε στο Νοσοκομείο της Νίκαιας και το 1997 μετακινήθηκε στην Πανεπιστημιακή Κλινική του Ιπποκράτειου μαζί με τον Καθηγητή Γεώργιο Ανδρουλάκη. Εκτός από τη Χειρουργική πήρε την εξειδίκευση του Χειρουργού Εντατικολόγου από την περίοδο της Νίκαιας. Λειτούργησε αντίστοιχη Μονάδα στο Ιπποκράτειο Νοσοκομείο και μέσα από αυτή την δραστηριότητα ασχολήθηκε πολύ με το πεδίο του Τραύματος που έμελλε να σφραγίσει την πορεία του ως Γιατρού, Δασκάλου και Κοινωνικά υπεύθυνου ανθρώπου.


Ο Στέλιος από την νεανική του ηλικία αναδείχθηκε σε αγωνιστή της ζωής  και της κοινωνίας. Εσπούδασε σε συνθήκες δύσκολες αυτό που αγάπησε και συμμετείχε πολύ ενεργά στα κοινωνικά κινήματα της εποχής εκείνης που είχαν σαν όραμα ‘‘Να αλλάξει ο κόσμος’’. Ο κόσμος δεν άλλαξε . Ίσως κοινωνικά πολλά πράγματα να πήγαν και προς τα πίσω. Αλλά το σημαντικό είναι πως και ο Στέλιος  δεν άλλαξε. Μετέφερε την αγωνιστικότητά του στην Ιατρική, στην Χειρουργική, στο Πανεπιστήμιο, στη Διδασκαλία των νέων και με επίκεντρο στην πορεία του χρόνου το Τραύμα.
Πιστεύω προσωπικά, από τις πολλές ευκαιρίες συζήτησης  και συνεργασίας μαζί του, πως η ιδιαίτερη ενασχόληση του με το Τραύμα δεν ήταν αποτέλεσμα συγκυριών του Νοσοκομείου της Νίκαιας και της ανάδειξης εκείνα τα χρόνια του προβλήματος στην χώρα μας.Νομίζω πως είχε από μέσα του ανθρώπινη, κοινωνική και ιδεολογική θα έλεγα αφετηρία για τους άδικους θανάτους τόσων ανθρώπων που πολλοί ήταν και νέοι, όχι από αρρώστιες αλλά από προβλήματα που μπορούν να διορθωθούν  και να αντιμετωπιστούν. Ήταν πρόκληση για προσπάθεια τύπου αγώνα.
Ήταν ηρωική η προσπάθεια του Στέλιου για τη δημιουργία των Μονάδων του τραύματος στην Νίκαια και στο Ιπποκράτειο.Ήταν Ιδρυτικό Μέλος της Εταιρείας Τραύματος που έφθασε να εκδώσει και περιοδικό. Οργάνωσε προπτυχιακό πρόγραμμα διδασκαλίας του αντικειμένου και πάρα πολλά μετεκπαιδευτικά προγράμματα, συνέδρια και ημερίδες σε όλη την χώρα. Έκανε προσπάθεια στατιστικής  μελέτης του προβλήματος στη χώρα μας. Συμμετείχε από χρόνια στην οργάνωση και διδασκαλία  του καθιερωμένου διεθνούς προγράμματος ATLS και των εξελίξεών του. Οι περισσότερες από τις 25 διδακτορικές διατριβές που ήταν υπεύθυνος για νέους συναδέλφους αφορούσαν προβλήματα σχετικά με το τραύμα.


Και τέλος η πορεία του ως Γιατρού σφραγίσθηκε από την προσπάθεια για την ίδρυση Κλινικής Τραύματος στα πλαίσια της Ιατρικής Σχολής της Αθήνας. Ήταν πεποίθησή του και πίστη του πως αυτό θα βοηθούσε όχι μόνο την εκπαίδευση αλλά την οργάνωση της αντιμετώπισης του τραύματος στο λεκανοπέδιο της Αττικής. Αφιέρωσε σ’ αυτό το σκοπό τα 5 τελευταία χρόνια. Η Ιατρική Σχολή και το Πανεπιστήμιο συμμερίσθηκαν την αγωνιώδη προσπάθειά του και έφθασαν μέχρι εκεί που μπορούσαν. Ιδρύθηκε Κλινική  ,του ανατέθηκε η Διεύθυνσή της, εγκρίθηκε ο κανονισμός λειτουργίας που ο ίδιος με πολύ επιμέλεια έφτιαξε αλλά έμεινε το μεγάλο βήμα της εγκατάστασης σε Δημόσιο Νοσοκομείο που ήταν αρμοδιότητα  του Υπουργείου Υγείας.
Σ'αυτό η πολιτεία έδειξε ολιγωρία παρότι ήταν δική της ευθύνη γιατί το θέμα έχει μεγάλη κοινωνική διάσταση για την διάσωση ανθρώπων που χάνονται άδικα. Ευχή είναι κάποια ώρα να γίνει πραγματικότητα .Κι αν γίνει να θυμηθούν όσοι θα είναι αρμόδιοι να δώσουν το όνομά του. Για ηθική δικαίωση του αγώνα του και παράδειγμα μνήμης για τους επερχόμενους.


Αλλά ανεξάρτητα απ΄ αυτό,
Όλοι όσοι γνωρίσαμε τον Στέλιο θα τον θυμόμαστε σαν τον Αγωνιστή της Ζωής ,της Ιατρικής και της Εκπαίδευσης.
 
Ο φίλος του
 
Διονύσης Κ. Βώρος
Ομότιμος Καθηγητής Χειρουργικής Πανεπιστημίου Αθηνών 

 

 

 

6. Η ψήφος στα 17 και οι Μαθητές του Λυκείου.

     Δημοσίευση στην εφημερίδα ''ΤΟ ΒΗΜΑ'', 11/9/2016 


Πριν από ένα μήνα η Βουλή ψήφισε να δοθεί ψήφος στους νέους των 17 ετών και τούτο να ισχύσει από τις επόμενες εκλογές. Το θέμα συζητήθηκε κοινωνικά και πολιτικά εντός και εκτός του κοινοβουλίου και από πολλά άτομα και φορείς πριν από την ψήφισή του. Δεν έχω τίποτα εγώ να καταθέσω περισσότερο για το ζήτημα στα γενικά του σημεία.
Υπάρχει όμως κατά την γνώμη μου μια σημαντική πτυχή που δεν συζητήθηκε. Οι νέοι των 17 ετών είναι κατά πολύ μεγάλο ποσοστό μαθητές της Γ΄ Τάξης του Λυκείου. Είναι περίπου 90.000 κάθε χρονιά και εύχομαι να’ ναι τα επόμενα χρόνια περισσότεροι. Αναφέρομαι για την Γ’ Λυκείου γιατί είναι μία φάση για τα παιδιά , τις οικογένειές τους και την κοινωνία όλη φυσικά, που τα περισσότερα κάνουν αγώνα για να κερδίσουν με κόπο μια επίδοση επιτυχίας για τα ανώτερα εκπαιδευτικά ιδρύματα που θα καθορίσει σε σημαντικό βαθμό την ζωή τους. Στη φάση αυτή όλοι προσπαθούν και πρέπει να προσπαθούν να μένουν τα παιδιά απερίσπαστα στην προσπάθειά τους. Δεν είναι το ίδιο με την φάση του Πανεπιστημίου, ένα χρόνο μετά, γιατί εκεί και τότε ο δρόμος τους  έχει ουσιαστικά χαραχθεί.


Ήδη σήμερα υπάρχει νόμος που ψηφίστηκε το 2000 που για τη διασφάλιση του απερίσκεπτου στη σχολική αίθουσα δεν επιτρέπει σε εκπροσώπους πολιτικών η και θρησκευτικών χώρων να εμφανιστούν για ομιλίες στα παιδιά παρά μόνο αν υπάρχει έγκριση από το Σύλλογο Διδασκόντων που σημαίνει πρακτικά πολύ ειδικές και μελετημένες εξαιρέσεις.


Διερωτώμαι αν ο νόμος που δίνει στα παιδιά το δικαίωμα συμμετοχής στην εκλογή κυβέρνησης, Ευρωβουλής και Δημάρχου της περιοχής, θα δίνει ο ίδιος με το γράμμα ή το πνεύμα του ή με ερμηνευτικές διατάξεις ή συμπληρωματικό νόμο από κάποια κυβέρνηση (που μπορεί να νομίζει ότι οι 17χρονοι είναι δικοί της),το δικαίωμα της πολιτικής ενημέρωσης των παιδιών σε χώρο του σχολείου. Εγώ που δεν είμαι ειδικός δεν μπορώ αυτά να τα γνωρίζω ή να τα προβλέψω. Αν όμως αυτό συμβεί, σημαίνει πως οι Υποψήφιοι Βουλευτές, Ευρωβουλευτές ή Δήμαρχοι(στατιστικά μια περίπου φορά το χρόνο) θα μπορούν να επισκεφθούν τα Λύκεια για ενημέρωση (τώρα μάλιστα που οι μεγαλύτεροι έχουν κουρασθεί από αυτό) στις ώρες ενδεχομένως των μαθημάτων. Αλλά και τα παιδιά κατά ομάδες, ανάλογα με τις απόψεις τους, να καλούν τους υποψήφιους πολιτικούς για να ενημερώσουν πολιτικά όλη την τάξη στις ώρες του σχολείου. Επίσης οι εφημερίδες και όλα τα πολιτικά έντυπα μπορεί να φτάνουν στην σχολική αίθουσα και στα θρανία ώστε να  βοηθούν στην καλύτερη ενημέρωση των ψηφοφόρων.Το ίδιο θα ισχύει και για τα πανό εν όψει εκλογών και ενδεχομένως για άλλες ενημερωτικές εκδηλώσεις. Ένα τέτοιο κλίμα δεν βοηθάει σε καμία περίπτωση το απερίσπαστο των παιδιών για την κρίσιμη προσπάθεια που καταβάλουν σ’ αυτή την φάση. Και όπως ανέφερα παραπάνω δεν είναι το ζήτημα συγκρίσιμο με το τι συμβαίνει μετά από ένα χρόνο στην φάση του Πανεπιστημίου.


Θα πει κανείς πως η ψήφος στα 17 έχει δοθεί από χρόνια και σε άλλες χώρες. Όμως σε άλλες χώρες το κλίμα που επικρατεί και στον χώρο του Πανεπιστημίου σχετικά με τα θέματα αυτά δεν έχει σχέση με αυτό που είναι στην χώρα μας. Εκεί οι εκλογές δεν επηρεάζουν το κλίμα του Ακαδημαϊκού χώρου. Σ’ εμάς για λόγους που είναι ιστορικά σεβαστοί,λόγοι κοινωνικής εξέλιξης και πορείας, λόγοι που είχαν σχέση με την ορθή έννοια του ‘‘ασύλου’’, αναγκαία σε πολλές φάσεις της Ιστορίας μας, τα πράγματα έχουν διαμορφωθεί διαφορετικά.


Ο λόγος που γράφω αυτό το κείμενο είναι η ελπίδα να προβληματισθούν αυτοί που έχουν την ευθύνη δηλαδή οι αρμόδιοι φορείς και οι κατά το Σύνταγμα εκπρόσωποί μας, που είναι οι πολιτικοί σχηματισμοί και να προστατεύσουν ή να θωρακίσουν τον χώρο του Σχολείου για τους μαθητές που σε αυτή την φάση δίνουν ένα ιδιαίτερο για το μέλλον τους αγώνα.


Θεωρώ αναγκαίο να διευκρινίσω πως διακατέχομαι από την άποψη πως η ενημέρωση, η πολιτικοποίηση, η συμμετοχή όλων στα κοινά και οι κοινωνικοί αγώνες και μάλιστα από νωρίς στην ζωή μας και ειδικά στους χώρους της Παιδείας, είναι περηφάνεια για τα άτομα και θησαυρός για την κοινωνία. Έτσι έπραξα και ο ίδιος στη πορεία μου και παρ’ ότι μου εστοίχισε πολύ δεν μετάνιωσα γιατί ήταν επιλογή και την εβίωσα ευχάριστα. Όμως στην φάση της Γ’ Λυκείου η προτεραιότητα είναι η αφοσίωση στην προσπάθεια για το καλό των παιδιών και της κοινωνίας που τα περιμένει.  

  

  Διονύσης Κ. Βώρος 

 


 

7.  Η φυγή των νέων Ιατρών από την Ελλάδα.  

     Δημοσίευση άρθρου στην εφημερίδα  " Πρώτο Θέμα "  18.12.2016 . 

 

Ακολουθεί το κείμενο. 

Η ΦΥΓΗ ΤΩΝ ΝΕΩΝ ΓΙΑΤΡΩΝ ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ.
Μια μεγάλη απώλεια κοινωνικού θησαυρού.
 
Είναι πολύ γνωστό και έχει πάρει μεγάλη δημοσιότητα το γεγονός πως τα τελευταία 10 και περισσότερο τα τελευταία  5 χρόνια ο αριθμός των γιατρών, που φεύγουν από τη χώρα μας για το εξωτερικό προκειμένου να εργασθούν ή να κάνουν εκεί ειδικότητα είναι απίστευτα μεγάλος (σε σύγκριση με τις προηγούμενες 10ετίες).Το 2015 έφυγαν 1488 για εργασία και 402 για ειδικότητα. (Δημοσιεύματα στις εφημερίδες: ΤΟ ΒΗΜΑ 29/5/2016 και ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ 6/11/2016). Είναι σαφές πως η μεγάλη πλειοψηφία δεν θα επιστρέψει ποτέ γιατί είναι σε ηλικία που παίρνονται αποφάσεις ζωής: προσωπικές, οικογενειακές,εργασιακές, επιστημονικές κ.ά, που δεν αλλάζουν εύκολα. Πρόκειται για μια κοινωνική αιμορραγία και απώλεια εθνικού αγαθού. Γιατί στα άτομα αυτά έχει επενδύσει για πολλά χρόνια σπουδών η οικογένεια και η κοινωνία με τη δωρεάν παιδεία σε όλα τα επίπεδα, αφού όλοι οι πολίτες πληρώνουν γι’ αυτό. Και αναγκάζονται οι νέοι συνάδελφοι να φεύγουν σε φάσεις που ανέμεναν τη δικαίωση της προσπάθειας τους και του κόπου τους και η κοινωνία ανέμενε τις υπηρεσίες τους και μάλιστα στον ευαίσθητο τομέα της υγείας και της περίθαλψης των ασθενών. Αυτό το αγαθό της προόδου τους και της προσφοράς τους θα το πάρουν οι κοινωνίες που τους υποδέχονται.


Στο κείμενο τούτο προσπαθώ να αναδείξω τα αίτια αυτής της φυγής όσο μου είναι δυνατόν μετά από πολλά χρόνια άσκησης της Ιατρικής και προσωπικές εμπειρίες από πολλά δρώμενα στο χώρο του Πανεπιστημίου και του Υπουργείου Υγείας.
Για τους γιατρούς που έχουν κάνει και ειδικότητα και φεύγουν για να εργασθούν σε χώρους κρατικούς, ιδιωτικούς, πανεπιστημιακούς ή ερευνητικούς, δεν χρειάζεται κόπος για την αιτία. Έχουν να γίνουν διορισμοί στο ΕΣΥ και τα Πανεπιστήμια πάνω από 7 χρόνια. Σ’ αυτή την περίοδο οι κυβερνήσεις δεν υιοθέτησαν την αξία που υπαγορεύει πως η υγεία του κόσμου όπως και τα σχολεία αποτελούν προτεραιότητα ακόμη και στις περιόδους μεγάλης κρίσης. Από την άλλη πλευρά ο ιδιωτικός χώρος άσκησης της Ιατρικής, λόγω της οικονομικής κρίσης, δεν αφήνει περιθώρια για τους νέους γιατρούς που άλλοτε μπορούσαν να λειτουργήσουν.

 

Όσον αφορά τους νέους που αμέσως μετά το πτυχίο, φεύγουν για ειδικότητα στο εξωτερικό,αποτελούν πλέον το 34% του ετήσιου συνόλου των πτυχιούχων από της 7 Σχολές της χώρας μας. (από την Αθήνα εκτιμάται πως είναι περίπου το 50%). Εδώ το πρόβλημα θέλει περισσότερη ανάλυση. Είναι και εδώ ένα πρώτο αίτιο η οικονομική και κοινωνική κρίση που συνοδεύεται από την αβεβαιότητα του αύριο. Είναι το γεγονός πως οι νέοι άνθρωποι αντιλαμβάνονται πιο καλά από το παρελθόν την έκταση της αναξιοκρατίας και της οικογενειοκρατίας. (για το τελευταίο μαζί με τα ξερά καίγονται και τα χλωρά με αναφορά σ’ εκείνους που άσχετα με την καταγωγή τους,επροσπάθησαν και επροχώρησαν δίκαια).


Όμως υπάρχει και άλλος σοβαρός λόγος φυγής, κατά την εκτίμηση και βιωματική εμπειρία μου, ο κυριότερος. Είναι το καθεστώς που ισχύει ακόμη σχετικά με τη φάση που οι γιατροί παίρνουν ειδικότητα. Έχω γράψει γι’ αυτό εκτενές άρθρο στην εφημερίδα ΤΟ ΘΕΜΑ 17/2/2013(www.dionysiosvoros.eu ). Ένα καθεστώς που δεν έχει σχέση με τον πολιτισμένο κόσμο, αναχρονιστικό και τελικά αντικοινωνικό. Το «σύστημα»αυτό:


α) Δεν αξιοποιεί την υπάρχουσα νοσοκομειακή υποδομή της χώρας αφού δεν προβλέπει την εκπαιδευτική συνεργασία των μονάδων.
β) Δεν διασφαλίζει το εκπαιδευτικό δικαίωμα των ειδικευομένων και ως εκ τούτου την εκπαιδευτική υποχρέωση των εκπαιδευτών τους (αυτό επαφίεται απόλυτα στην πρόθεση  του Δ/ντή της κλινικής ή εργαστηρίου που στην πράξη έχει πολλές εκφράσεις).
γ) Για την έναρξη της ειδικότητας έχει ως μόνη διαδικασία εισόδου την «λίστα αναμονής» (που και αυτή καταστρατηγείται)που δεν ισχύει πουθενά στον πολιτισμένο κόσμο.
Σε όλες τις χώρες υπάρχουν διάφορες διαδικασίες αξιολόγησης και επιλογής των καλλιτέρων πράγμα που θα’ θελε και η κοινωνία. Η δική μας διαδικασία καταλήγει δυστυχώς να' ναι και ταξική παρ’ ότι οι από άγνοια υποστηρικτές της την θεωρούν δημοκρατική!... Και επειδή ο όρος «καλλίτερος» έχει παρεξηγηθεί στην εποχή μας,ας τον προστατεύσουμε για εδώ: είναι γι’ αυτούς που δίνουν μια έστω προτεραιότητα στην προσπάθεια γι’ αυτό που επέλεξαν επειδή τους άρεσε για δρόμος της ζωής τους και ως εκ τούτου αποδίδουν σε κάθε φάση περισσότερο.  


Στη χώρα μας επί Υπουργού Υγείας  κ. Δ. Κρεμαστινού και Προέδρου του ΚΕΣΥ καθηγητού  κ. Η.Λαμπίρη λειτούργησε η προβλεπόμενη από το νόμο Επιτροπή του Κεντρικού Συμβουλίου Υγείας  που σε συνεργασία με όλες τις Ιατρικές ειδικότητες κατέθεσε πλήρες σχέδιο νόμου το 2002 σύμφωνα με τις διεθνείς γραμμές και δυνατότητες της χώρας μας και κάλυπτε όλα τα κενά που ανάφερα παραπάνω. (συμμετείχα σ’ αυτή για 7 χρόνια). Αυτό δεν αμφισβητήθηκε  από κανένα επίσημο φορέα ούτε κατατέθηκε άλλη πρόταση μέχρι σήμερα. Οι Υπουργοί Υγείας που οι περισσότεροι ήταν Γιατροί και Καθηγητές Παν/μίων, έκαναν κατά καιρούς επιτροπές που οδήγησαν σε μικρές τροποποιήσεις. Για τελευταία φορά το έστειλε στο Υπουργείο για να γίνει νόμος ο Πρόεδρος του ΚΕΣΥ κ. Α. Σερέτης το 2013.Δυστυχώς δεν πήγε ποτέ στη Βουλή. Οι Υπουργοί κατά καιρούς δηλώνουν πως τους εμποδίζουν οι Φοιτητές, πράγμα που δεν είναι αληθές. Είναι πρόφαση. Τα εμπόδια ήταν πάντα από χώρους και πρόσωπα που επειδή δεν έπρεπε να' χουν λόγο, ούτε είπαν ποτέ την άποψή τους δημόσια, δεν δηλώθηκαν από τους Υπουργούς. Σ’ αυτή την απραξία συνέβαλε και το γεγονός ότι οι Ιατρικές Σχολές της χώρας παρ’ ότι προσκλήθηκαν όπως έπρεπε να δώσουν προτάσεις δεν ανταποκρίθηκαν ποτέ. Στο τελευταίο δυστυχώς έπαιξαν ρόλο ορισμένοι εκπρόσωποι Φοιτητών με νεανικό παρορμητισμό που είχαν όμως τη δύναμη της συμμετοχής τους στην εκλογή Προέδρων Ιατρικής και Πρυτάνεων.


Η μη ύπαρξης Νόμου για τις Ειδικότητες των Γιατρών, εκτός από αιτία φυγής, έχει και άλλα σοβαρά επακόλουθα, και συγκεκριμένα:


α)Δεν έχουν δρομολογηθεί διαδικασίες για τη δημιουργία προγραμμάτων Εξειδίκευσης μετά τις βασικές ειδικότητες που είναι μία επιτακτική ανάγκη της εξέλιξης της Ιατρικής και έχει δρομολογηθεί παγκοσμίως. Και ενώ έχουμε στη χώρα τουλάχιστον 25 μεγάλα νοσοκομεία που η υποδομή τους και η λειτουργία τους θα επέτρεπε να γίνεται αυτό. Τυπικό παράδειγμα είναι ότι έχουμε στη χώρα 4 μεγάλα Ογκολογικά νοσοκομεία με όλες τις προϋποθέσεις και δεν έχει δρομολογηθεί η δυνατότητα εξειδίκευσης νέων Χειρουργών στη Χειρουργική Ογκολογία παρ’ ότι έχουν κατατεθεί στο Υπουργείο οι εισηγήσεις και σχέδιο νόμου των αρμοδίων φορέων επί 10 και πλέον χρόνια (συμμετείχα στην σύνταξη) και έχει συμφωνήσει και από 3ετίας το Κεντρικό Συμβούλιο Υγείας (Προεδρία κ. Α. Σερέτη). Και πολλοί πλέον γιατροί μας φεύγουν για άλλες χώρες προκειμένου να κάνουν εξειδίκευση και αντί 1-2 χρόνια αφιερώνουν γι’ αυτό 3-5 γιατί έτσι απαιτεί η «προσαρμογή» σε συστήματα άλλων χωρών.
β)Το κενό της έλλειψης νόμου που θα καθόριζε μεταξύ άλλων τα δικαιώματα των εκπαιδευόμενων, αποτελεί πρόβλημα για τη σωστή αντιμετώπιση μιας σύγχρονης ωραίας και ωφέλιμης για την Ιατρική πραγματικότητας  που έφθασε και στη χώρα μας όπως σε όλο τον κόσμο δηλαδή της προσέλευσης Γυναικών – γιατρών σε πολλές ειδικότητες που μέχρι σήμερα συνήθως ήταν άντρες . Ήδη για τη Γενική Χειρουργική το ποσοστό των Γυναικών που βρίσκονται στο πρόγραμμα ειδικότητας, είναι 25-30%. Αυτό που από τη φύση του θέλει και ειδικές ρυθμίσεις και γίνονται διεθνώς, επαφίεται να αντιμετωπισθεί από το κάθε Νοσοκομείο ή Κλινική χωρίς ακόμη να υπάρχουν κατευθύνσεις και οδηγίες.


Είναι θλιβερό ότι όλα τα παραπάνω που μπορούν να βοηθήσουν την πρόοδο και την οργάνωση της Ιατρικής στη χώρα μας δεν αντιμετωπίσθηκαν με σοβαρότητα και ευθύνη από τα Όργανα του Υπουργείου Υγείας παρ’ ότι δεν απαιτούν καθόλου χρήματα. Το Υπουργείο για πολλά χρόνια εμμένει ανεπιτυχώς με πρωτόγονους τρόπους στον επιβεβλημένο έλεγχο των δαπανών για την υγεία, παραγνωρίζοντας πως ακόμη και γι’ αυτό η καλλίτερη ρύθμιση επιτυγχάνεται αν αντιμετωπίσουμε σωστά το ανθρώπινο δυναμικό, εν προκειμένω τους Γιατρούς που είναι μαζί με τους Νοσηλευτές και τους Τεχνολόγους η πάλουσα καρδιά του χώρου και του συστήματος.
Το κείμενο δεν γράφεται για κριτική. Γράφεται για ευαισθητοποίηση των αρμόδιων φορέων.Νοιώθω πως είναι χρέος του καθενός μας, ανάλογα με τον χώρο της πορείας του,προς την κοινωνία που ζούμε και λειτουργούμε.
 
Διονύσης Κ. Βώρος
Ομότιμος Καθηγητής Χειρουργικής ΕΚΠΑ 

 

 

 

8.  Το κείμενο αυτό είναι από το 2008. Παρουσιάζεται και σήμερα επειδή φαίνεται πως είναι   επίκαιρο και ίσως διαχρονικό.

 

 Διονύσης Κ. Βώρος



 

 

 

 

 


Γραφείο

Λεωφ. Βασ. Σοφίας 110 & Καισαρείας
11527 Αθήνα     

τηλ : 210 77 06 152
fax: 210 77 85 780

 

 

- - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - -

 

110 Vasilissis Sophias Ave

Athens, 11527

 

tel: +30 210 77 06 152

fax:+30 210 77 85 780